Το καλό με το να είσαι αναβλητικός είναι ότι αναπτύσσεις εντυπωσιακές ικανότητες στην άρνηση, στο denial, στην εθελούσια αποφυγή της δύσκολης πραγματικότητας. Γι’αυτό ακολούθησε το παράδειγμα μου, κλείσε για λίγο τα μάτια σε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και ας ασχοληθούμε με κάτι άσχετο και ανάλαφρο. Τα εξωτικά φαγητά.
Αν δεν είσαι τελείως μπουρτζόβλαχος που τρώει μόνο ό,τι περιέχει τζατζίκι, τότε όλο και κάποια ξένη κουζίνα θα έχεις δοκιμάσει: κινέζικη, μεξικάνικη, γιαπωνέζικη, ταϋλανδέζικη, ινδική ή αλβανική (η αλβανική κουζίνα είναι ίδια με την ελληνική, μόνο που τα υλικά είναι κλεμμένα -politically incorrect αστείο, σόριιιιιι-).
Οι εξωτικές κουζίνες είναι σαν τα ψηλοτάκουνα παπούτσια στις γυναίκες. Τα επιβάλλει η μόδα, πιστεύουν ότι κάνουν το σώμα να φαίνεται πιο όμορφο αλλά όλες προτιμούν τα καθημερινά τους. Ο δυτικός κόσμος έχοντας μπουχτίσει από την υπερφαγία του καταναλωτισμού στράφηκε στις ασιατικές κουζίνες, σαν κάτι εναλλακτικό: έτσι, οι φραγκάτοι φοράνε τα καλά τους, μπαίνουν στα πανάκριβα αυτοκίνητά τους που σε ένα χιλιόμετρο καίνε περισσότερα καύσιμα απ’όσα χρειάζεται για να ζεσταθούν όλα τα χωριά στα βουνά της Κίνας το Δεκέμβρη, πηγαίνουν σε πολυτελή εστιατόρια με μεταξένια τραπεζομάντηλα και σερβιτόρους με τέτοιο τουπέ που νομίζεις πως μαζί με το λογαριασμό πρέπει να γονατίσεις, να του φιλήσεις το χέρι και να του πάρεις πίπα σαν ευχαριστώ που σε σερβίρισε, για να τους δώσουν να φάνε ρίζες, αχινούς, βατράχια, όστρακα, φύκια κι ό,τι άλλο εφύηραν οι δύσμοιροι άποροι ασιάτες που προσπαθούσαν να φτιάξουν φαγητό με ό,τι έβρισκαν ακόμα και με ρίζες ή φύκια, χωρίς να φανταστούν ότι εμείς μετά από χρόνια θα το υιοθετήσουμε, θα το υπερ-κοστολογήσουμε και θα το βαφτίσουμε γκουρμέ φαγητό υψηλής γαστρονομίας.
Ας μην είμαστε κακοπροαίρετοι όμως, μπορεί όντως ο δυτικός άνθρωπος να μπούχτισε με τη γρήγορη κουζίνα των μπέργκερ, των ακόρεστων λιπαρών οξέων και της ακατάσχετης κρεατοφαγίας, και να στράφηκε σε κάτι εναλλακτικό και υγιεινό μπας και σταματήσουν οι αρτηρίες μας να βουλώνουν πιο συχνά απ’ότι τα σιφόνια του νεροχύτη. Μέχρι τώρα πάντως η κατάσταση είχε ξεφύγει, οι μερίδες για τους κρεατοφάγους συνεχώς αυξάνονταν (και μαζί αυξάνονταν κι οι κοιλιές τους) σε σημείο να παραγγέλνεις ένα μπέργκερ και να φέρνουν στο πιάτο σου μια αγελάδα ανάμεσα σε δυο φραντζόλες ψωμί.
Ειλικρινά τα σημερινά μπέργκερ είναι τεράστια, είναι τόσο μεγάλα ώστε για να τα φας υπάρχουν μόνο 2 τρόποι: α. να τα γκρεμίσεις σιγά-σιγά με πιρούνι και μαχαίρι (ο φλώρικος τρόπος) ή β. να εξαρθρώσεις το σαγόνι σου προσπαθώντας να χωρέσεις μια καλή μπουκιά στο στόμα σου, λες και είσαι βόας που προσπαθεί να καταπιεί μια αγελάδα.
«Αν πάρετε πατάτες και Coka-Cola μαζί με το μπέργκερ, σας δίνουμε για δώρο διαβήτη τύπου 2 και μια ευκαιρία να εκτοξεύσετε τη χοληστερίνη σας!»
Αφορμή γι’αυτό το ποστ είναι ένα θεσπέσιο πιάτο που έχω ανακαλύψει εδώ και πολύ καιρό και το οποίο αποφάσισα να σου αποκαλύψω κι εσένα φαγανέ reader. Πέτα λοιπόν το σακουλάκι με τα Cheetos που έχεις δίπλα σου, σήκω από το χιονισμένο με υπολείμματα Pringles πληκτρολόγιό σου, βγάλε τη βρώμικη πιτζάμα που έχει λεκέδες από σοκολάτα και πήγαινε μέχρι τον τελευταίο όροφο του Golden Hall να φας ένα από τα καλύτερα πιάτα που έβγαλε η ανθρωπότητα. Αυτό το πιάτο είναι απόδειξη ότι υπάρχει Θεός και φοράει άσπρα επειδή είναι σεφ. Το μαγαζί λέγεται Wagamama, δεν είναι μαγαζί με παιχνίδια για γιαπωνεζάκια αλλά εστιατόριο. Wagamama δεν ξέρω τι σημαίνει πιθανότατα να είναι κάποια βρισιά για τη μάνα σου, δεν έχει καμία σημασία.
Στο Wagamama υπάρχει ένα πιάτο που η νοστιμιά του βασίζεται στη μεγαλοφυή απλότητα: Ένα σνίτσελ κοτόπουλο κομμένο σε κομματάκια περιτριγυρίζει ένα βουναλάκι ρυζιού κι όλα αυτά είναι περιχυμένα με την τελειότερη σάλτσα κάρι στον κόσμο. Η σάλτσα πρέπει να είναι φτιαγμένη από δάκρυα αγγέλων ανακατεμένα με αθώα γέλια παιδιών. Είναι ελαφρά καυτερή σαν τη ζέστη που ένιωθες τα ξέγνοιαστα καλοκαιρινά μεσημέρια σου στο χωριό. Είναι πρασινωπή υμνώντας το μεγαλείο της καταπράσινης φύσης. Είναι υγρή σαν τα προκαταρκτικά στον έρωτα. Στο πλάι, συνοδεύει το πιάτο μια δροσερή σαλατούλα.
Το πιάτο λέγεται Chicken Katsu Carry, δεν ξέρω αν το γράφω σωστά. Είναι καλή φάση ξεκουνήσου και πήγαινε ένα μεσημέρι πριν τις 6 για να προλάβεις και την προσφορά (15.00-18.00) που σου δίνει ένα κυρίως κι ένα ορεκτικό μόνο με 10 ευρώ. Το μόνο κακό είναι ότι βρίσκεται στο Golden Hall. Αν δεν ξέρεις τι εστί Golden Hall να σε ενημερώσω ότι είναι κάτι σαν το Mall αλλά για τους ξιπασμένους με λεφτά. Έχει όλα τα πανάκριβα υπερ-κοστολογημένα brands, είναι τίγκα στην ψευτο-χλιδή αφού τα πάντα είναι καλυμμένα με επίχρυσες ή δερμάτινες επιφάνειες και στις βιτρίνες παίζονται παραστάσεις μαύρης κωμωδίας μιας και βλέπεις κάτι τσάντες αξίας 4.000 ευρώ, φορέματα 5.000 ευρώ ή κουράδες μονόκερου 10.000 ευρώ. Υποθέτω ότι στις τουαλέτες το χαρτί υγείας θα έχει τυπωμένα πάνω 500ευρα, ενώ ο αέρας του στεγνωτήρα που σου στεγνώνει τα χέρια θα προέρχεται από τις ανάσες 500 μαύρων που φυσάνε από το υπόγειο μόλις εσύ πατήσεις το κουμπάκι.
Μια βόλτα να κάνεις εκεί θα σε πιάσει τόση σιχαμάρα που μετά θα θες να πας στην Ομόνοια να κοιμηθείς στο πεζοδρόμιο ρακένδυτος για ένα σαββατοκύριακο μπας και έρθεις στα ίσα σου. Για να καταλάβεις πόσο ξιπασμένο είναι το Golden Hall έχει μέχρι και κατάστημα Apple. Ω ναι. Δεν ξέρω τι άποψη έχεις εσύ αλλά εγώ τη μισώ την Apple. Μισώ τα Macs. Μισώ τα i-phones. Μισώ τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν έστω και ένα από τα παραπάνω. Μισώ ακόμα κι αυτούς που δεν χρησιμοποιούν τίποτα από τα παραπάνω αλλά θα ήθελαν. Όλα τα προϊόντα της Apple δεν είναι τίποτα άλλο από υπερ-κοστολογημένα Gameboy για ενήλικες. Κακέκτυπα υπολογιστών για ανθρώπους που φοβούνται να χειριστούν έναν κανονικό υπολογιστή.
Δε με νοιάζει αν τα προϊόντα της Apple δεν κολλάνε ποτέ, ο σωστός ο αντρικός υπολογιστής κολλάει κάθε τρεις και λίγο και χρειάζεται να του κοπανήσεις δυο φάπες για να ξαναπάρει μπροστά. Δε με νοιάζει αν τα i-phone είναι πολύ ανθεκτικά, το σωστό αντρικό κινητό όταν σου πέσει κάτω γίνεται κομμάτια λες κι είναι φτιαγμένο από Lego κι εσύ μετά ψάχνεις να βρεις την μπαταρία κάτω από το κρεβάτι και την πρόσοψη πίσω από τη βιβλιοθήκη. Δε θέλω να ακούσω κανένα επιχείρημα υπέρ της Apple, ακόμα κι αν φτιάξουν i-phone που θα έχει στο πλάι ένα μαγικό κουμπάκι που το πατάς και βγάζει χρυσά νομίσματα ή ανασταίνει τους νεκρούς ή βγάζει ήχους από τιτιβίσματα πουλιών. Τα μισώ. Ίσως φταίει η ενοχλητική ονειροπόλα γκριμάτσα που κάνουν οι κάτοχοι τους κάθε φορά που χαϊδεύουν τη γυαλιστερή επιφάνεια της συσκευής προσπαθώντας να δώσουν νόημα στη μίζερη ζωή τους. Κάθε φορά που περνάω έξω από το κατάστημα της Apple φαντάζομαι ότι το i-μαγαζί μέσα έχει αλουμινένιους τοίχους, με ένα φωτισμένο σήμα της Apple στην οροφή και οι υπάλληλοι θα είναι παραταγμένοι στη σειρά κι εσύ θα πρέπει να αγγίξεις κάποιον για να αρχίσει να σου μιλά. Πφφ, Apple.
Chicken Katsu Carry λοιπόν, κωλολέει trust me. Η πρώτη μπουκιά μπορεί να μη σε συναρπάσει αλλά δως του λίγο χρόνο. Μετά την πέμπτη μπουκιά η γεύση στο στόμα σου θα έχει εξαπλωθεί κι εσύ θα είσαι στο παρατσάκ να συγκρατηθείς για να μην πέσεις στα πατώματα βγάζοντας κραυγές ηδονής τρίβοντας με τη σάλτσα κάρι τα γεννητικά σου όργανα.
Μπορεί να με βλέπεις κατενθουσιασμένο με το πιάτο αυτό αλλά γενικά δεν έχω καλή σχέση με την ασιατική κουζίνα. Η πρώτη μου επαφή με κινέζικο έγινε σε σχετικά μεγάλη ηλικία, όταν για πρώτη φορά πήγα με ένα φιλικό μου ζευγάρι σε ένα κινέζικο εστιατόριο στην Αργυρούπολη. Αργότερα μάθαμε ότι αυτό το εστιατόριο ήταν από τα χειρότερα κινέζικα στον πλανήτη, έπρεπε ίσως να μας ψυλλιάσει το γεγονός ότι η σερβιτόρα μας ήταν ρωσίδα. Εκτός του ότι ήμουν παρθένος στην κινέζικη κουζίνα, εκείνη την περίοδο νήστευα κιόλας κάτι που δε βοηθούσε γιατί ήταν κομματάκι δύσκολο να καταλάβεις τι περιείχε το κάθε πιάτο και αν ήταν νηστίσιμο ή όχι.
Από εκείνη τη βραδιά θυμάμαι ότι είχα ξετρελαθεί με αυτά τα τσιπς γαρίδας που φέρνουν για ορεκτικό κι από τα οποία ζήτησα δεύτερη μερίδα. Μας σέρβιραν σε ένα μικροσκοπικό πιατάκι σαν συνοδευτικό μια καυτερή πράσινη σάλτσα, νομίζω την έλεγαν γουασάμπι. Υποτίθεται ότι έπρεπε να την αραιώσεις με σόγια ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων, που παρέλειψε να μας εξηγήσει η ρωσίδα σερβιτόρα. Τόσα λεφτά θα δίναμε, αν ήταν να μαγειρέψω εγώ το φαί μου καθόμουν και στο σπίτι μου. Παίρνω ανυποψίαστος μια μεγάλη πιρουνιά γουασάμπι και την απλώνω πάνω στο τσιπ γαρίδας, σαν να άπλωνα τυροκαυτερή πάνω σε ψωμί. Με το που τρώω την πρώτη μπουκιά η γλώσσα μου λαμπάδιασε, τα μάτια μου άρχισαν να δακρύζουν και ο ουρανίσκος μου μούδιασε. Ήταν σαν να πάθαινα εγκεφαλικό και να μη μπορώ να φωνάξω βοήθεια. Ήταν τόσο καυτερό που φοβήθηκα ότι θα άνοιγε τρύπα στο στομάχι μου, θα έπεφτε στην καρέκλα, θα την έλιωνε, θα έλιωνε το πάτωμα, θα άνοιγε τρύπα στο έδαφος, θα έφτανε μέχρι τον καυτό πυρήνα της γης και θα τον έκαιγε και αυτόν!
Σε χειρότερη κατάσταση βρέθηκε η κοπέλα της παρέας που έκανε το λάθος να πάρει πάπια με ανανά. Της σέρβιραν ένα κομμένο μισό ανανά μέσα στον οποίο ήταν η πάπια πνιγμένη σε κόκκινη σάλτσα. Ήταν λες και είχε πάρει κάποιος έναν ανανά, κοπάνησε με αυτόν μια πάπια μέχρι θανάτου και μετά τα έβαλε στο πιάτο. Η κοπέλα όταν φύγαμε ξέρασε. Αυτά που ξέρασε ήταν πιο ελκυστικά στην όψη από το πιάτο που της σέρβιραν.
Το προηγούμενο καλοκαίρι στη γιορτή του κοριτσιού αποφάσισα να τη βγάλω surprise dinner σε ένα από τα καλύτερα κινέζικα στη Γλυφάδα, το Far East. Κάνοντας οικονομίες όλο το χειμώνα, φορέσαμε τα καλά μας και πήγαμε. Κάτσαμε έξω σε ένα χλιδάτο χώρο με γρασίδι και μικρά ποταμάκια τριγύρω. Όταν σηκώθηκα να πάω στο μέσα χώρο για κατούρημα περπάτησα σε μια γέφυρα που περνούσε πάνω από ένα ποταμάκι με ψαράκια μέσα. Κοντοστάθηκα λίγο να χαζέψω τα ψαράκια και μετά αναρωτήθηκα αν τα βγάζουν κατευθείαν από το ποταμάκι και τα κάνουν επί τόπου σούσι. Οι βάρβαροι.
Άφησα το κορίτσι να παραγγείλει μην τυχόν εγώ έκανα καμιά γκάφα και καταλήγαμε με τίποτα πιάτα με πτερύγιο καρχαρία ή βατράχια σουβλάκι ή κοάλα με φράουλες. Δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα απ’όσα έφαγα εκείνη τη μέρα, μου ήταν όλα αδιάφορα. Μπορεί και να ήταν πεντανόστιμα ποιός ξέρει κι απλά ο ουρανίσκος μου να ήταν απαίδευτος και να μην μπορούσε να κάνει register τις γεύσεις. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι παραγγείλαμε ένα σούσι με αχινό, ή μήπως ήταν απλά αχινός, θα σε γελάσω. Είχε τη γεύση του τίποτα, σαν να έχεις πάρει ένα ψάρι και να το έχεις βράσει για 5 ώρες σε μια πισίνα με Εβιάν, αλλά κατάφερνε με κάποιον τρόπο να κάνει αυτό το τίποτα να είναι δυσάρεστο. Επιπλέον θυμάμαι ότι αφού παραγγείλαμε μας έφεραν κάτι ζεστές μαλακές υγρές πετσέτες τις οποίες δεν ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να τις κάνω. Να καθαρίσω με αυτές τα χέρια μου? Να πλύνω τις μασχάλες μου? Να τις βάλω στο σβέρκο μου? Είδα το κορίτσι να ξεπλένει με αυτές τα χέρια της. Έκανα το ίδιο.
Ο κρυπτονίτης μου όμως όσον αφορά στο φαγητό είναι το σούσι. Καλύτερα δώσε μου να φάω ένα πιάτο φασολάκια, αρακά και μπάμιες όλα μαζί πολτοποιημένα κι ανακατεμένα με λίγο λάσπη παρά να φάω ένα κομματάκι σούσι. Την τελευταία φορά που έφαγα σούσι, ήταν ένα έτοιμο που πήραμε από το Βασιλόπουλο για να το τσιμπήσουμε στο δρόμο σαν σνακ. Σταματάμε κάπου το αμάξι και παίρνω πρώτος μια ολόκληρη μπουκιά. Αμέσως με χτύπησε μια μπαγιάτικη ψαρίλα, λες κι έβαζα στο στόμα μου άπλυτο πέος. Καθώς μασούσα, το φύκι άρχισε να τυλίγεται γύρω από τη γλώσσα μου λες και προσπαθούσε να την στραγγαλίσει. Ήταν σαν να γλωσσοφιλούσα κάποιον που είχε φάει 2 κιλά μαρίδες και ο οποίος ρευόταν ταυτόχρονα. Άνοιξα την πόρτα και το έφτυσα με μανία, πρέπει να μου βγήκε και λίγος εμετός. Μετά από αυτό καταλαβαίνω πλήρως πώς ένιωσε η καμαριέρα όταν την υποχρέωσε ο Στρος Καν να της κάνει στοματικό έρωτα.
Έχω δοκιμάσει και noodles, από το Noodle Bar και είχα μείνει πολύ ευχαριστημένος. Είναι πολύ φθηνά, και στη γεύση είναι σαν σκληρά σπαγγέτι χωρίς τυρί. Actually είναι πολύ νόστιμα αν θες κάτι φθηνό κι ελαφρύ. Μόνο που θέλει προσοχή στην επιλογή μέτρια καυτερό ή καυτερό. Εγώ γενικά δεν έχω και τον πιο ανθεκτικό ουρανίσκο, φυλάω τους νευρώνες της γλώσσας μου σαν κόρη οφθαλμού, η γλώσσα μου είναι πιο ευαίσθητη στο κάψιμο απ’ότι είναι το δέρμα αλμπίνου εκτεθειμένο στον ήλιο και καθετί έστω κι ελαφρά καυτερό με κάνει να μη μπορώ να κουνήσω τη γλώσσα μου, μου τη μουδιάζει, μένει το στόμα μου ανοιχτό και τρέχουν τα σάλια μου στο τραπέζι. Μια φορά που είχα βγει με κορίτσι στο Noodle Bar θέλοντας να το παίξω μάγκας παρήγγειλα καυτερά noodles. Με την πρώτη πιρουνιά παραιτήθηκα, αν έτρωγα αυτό το πιάτο η κοπέλα θα έπρεπε να γυρίσει με ταξί και θα με ξαναέβλεπε μετά από ένα μήνα αφού θα είχα συνέλθει από το κώμα. Ανταλλάξαμε τα πιάτα, αυτή πήρε το δικό μου, το οποίο έφαγε χωρίς πρόβλημα κι εγώ έφαγα το δικό της. Ένα ονειρεμένο δείπνο με τον phantom…
Επειδή ο καμένος από τα νούντλς φυσάει και το γιαούρτι, όταν ένα βράδυ βγήκαμε με το κορίτσι σε ένα μεξικάνικο στη Γλυφάδα προτίμησα την ασφαλή επιλογή ενός μπέργκερ κι απέφυγα οτιδήποτε είχε και την παραμικρή υπόνοια ότι μπορεί να καίει. Το φιάσκο όμως ήρθε με την επιλογή του κοριτσιού: κοτόπουλο με ανανά. Αυτό που δεν ανέφερε το μενού και δεν το ήξερε το κορίτσι όταν παρήγγειλε ήταν ότι το κοτόπουλο με ανανά θα κολυμπούσε σε μια σάλτσα μπάρμπεκιου. Ανανάς με μπάρμπεκιου. ΑΝΑΝΑΣ ΜΕ ΜΠΑΡΜΠΕΚΙΟΥ! Είναι σαν να βάζεις στο ίδιο πιάτο σοκολάτα με κρεμμύδι, σπασμένα γυαλιά με μακαρόνια, κεφτεδάκια πασπαλισμένα με καστανόχωμα. Φαινόταν τόσο χάλια που θέλοντας να το παίξω τζέντλεμαν της πρότεινα να μοιραστούμε τα πιάτα μας γιατί δεν υπήρχε περίπτωση άνθρωπος με σώας τας φρένας να φάει όλο αυτό το τερατούργημα. Τζέντλεμαν ξετζέντλεμαν όμως δε μπόρεσα να φάω παραπάνω από 2 μπουκιές από το έκτρωμα, ήταν σαν να είχαν ξεγεννήσει τον Αντίχριστο πάνω στο πιάτο της, κάθε μπουκιά σου ξυπνούσε δυσάρεστες μνήμες από την παιδική σου ηλικία που νόμιζες ότι είχες απωθήσει για πάντα, το πιάτο αυτό έκανε ευχάριστη την προοπτική του θανάτου. Τελικά τσακωθήκαμε για το ποιός θα το φάει. Λέω αλήθεια, εγώ αρνιόμουν να το φάω κι αυτή παραπονιόταν ότι ενώ υποσχέθηκα να το μοιραστούμε, τώρα δεν το άγγιζα. Τσακωθήκαμε. Φύγαμε από το μαγαζί σκοτωμένοι. Και νηστικοί.
Πιο κοντά στα δικά μου γούστα πάντως πρέπει να είναι η ινδική κουζίνα. Όταν βρεθώ σε ινδικό συνήθως παίρνω ένα πιάτο που λέγεται butter chicken, σου φέρνουν σε ένα τσίγκινο κατσαρολάκι κομματάκια κοτόπουλο καλυμμένα με μια κόκκινη ελαφρά καυτερή βουτυρωμένη σάλτσα. Αυτή τη σάλτσα άνετα θα την έπινα μόνη της σαν ζεστό ρόφημα. Αν εξαιρέσεις τις καούρες που κατά 99% θα έχεις όλο το βράδυ, αυτό που θα σε προβληματίσει είναι το γεγονός ότι με τόσο καμουφλάζ που πέφτει στο φαγητό, όταν το τελειώσεις δε θα μπορείς να εγγυηθείς ότι αυτό που έφαγες, πριν πεθάνει έκανε κοκοκο κι όχι νιάου νιάου. Στο butter chicken για παράδειγμα, αν και πεντανόστιμο, τα κομματάκια του κοτόπουλου στην υφή θυμίζουν βραστό καλαμαράκι. Αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί είναι πολύ βρασμένο το κοτόπουλο ή γιατί είναι καλαμαράκι ή αντί για κοτόπουλο ή καλαμαράκι το ingredient είναι κάποιο τετράποδο με ουρά και μη μπορώντας ο εγκέφαλός μου να καταγράψει την άγνωστη γεύση να την εξισώνει με το πλησιέστερο γνώριμο, το καλαμαράκι. Έχει φάει κανείς γάτα? Ξέρει κανείς αν θυμίζει καλαμαράκι? Please, αν έχετε σκύλο ρωτήστε τον.
Καλές κι οι εξωτικές κουζίνες δε λέω, αλλά νομίζω τίποτα δε συγκρίνεται στη γεύση και στα θρεπτικά συστατικά με την παραδοσιακή ελληνική μεσογειακή κουζίνα…
Δηλαδή μπριζόλες στα κάρβουνα και πατάτες τηγανιτές.
Υ.Γ.1 Για να μη νομίζεις ότι ο phantom κάνει μεγάλη ζωή, το Chicken Catsu Carry αν το πάρεις την ώρα της προσφοράς κοστίζει μαζί με ένα ορεκτικό 10 ευρώ, ένα πιάτο στο Noodle Bar κάπου στα 6 και το butter chicken φτάνει τα 10.
Υ.Γ.2 Παρακάτω το πιο cool βιντεάκι όλων των εποχών. Αυστηρά για άντρες. Εκτός κι αν οι γυναίκες θέλουν να πάρουν μια ιδέα τι (θα ήθελαν να) κάνουν οι άντρες όταν τους αφήνετε μόνους τους.