31 Μαΐ 2011

Το χρονικό μιας διαμαρτυρίας

Η σχέση των Ελλήνων με τους πολιτικούς τους είναι μια σχέση καταχρηστική. Και κάθε καταχρηστική σχέση οδηγείται σε μια μακρόχρονη, αργή φάση αυξανόμενης δυσαρέσκειας για να καταλήξει σε ένα ξαφνικό, δυνατό και μη αναστρέψιμο σημείο όπου ένας από τους δύο φλιπάρει. Αν τους παρομοιάζαμε με ζευγάρι, οι Έλληνες θα ήταν μια πιστή γυναίκα κι οι πολιτικοί ένας μπερμπάντης άντρας. 

Η γυναίκα παντρεύτηκε τον άντρα γιατί της υποσχέθηκε μια άνετη ζωή. Τα πρώτα χρόνια ήταν καλά μετά όμως ήρθαν δυσκολίες, ο άντρας τη διαβεβαίωνε ότι τα πράγματα θα φτιάξουν, τα λεφτά στο κοινό τους ταμείο όμως συνεχώς μειώνονταν, η γυναίκα αναγκαζόταν να κάνει όλο και περισσότερες στερήσεις ενώ ο άντρας αγόραζε καινούργια κοστούμια και φορούσε ακριβές κολόνιες. Μια μέρα μάλιστα της λέει ότι τελικά τα πράγματα είναι κάπως άσχημα κι ότι για να μη ζήσουνε στο δρόμο θα πρέπει η γυναίκα να κάνει κι άλλες στερήσεις, να πουλήσουνε το πατρικό της σπίτι στους γείτονες και να έρθει να μείνει μαζί τους η ερωμένη του. Η γυναίκα ακόμα κι αυτά τα δέχτηκε στωικά με λίγες διαμαρτυρίες, γιατί από τη μία δεν πίστευε ότι κάποιος που εμπιστευόταν τόσα χρόνια θα μπορούσε να της έχει πει τόσα ψέματα κι από την άλλη γιατί φοβόταν ότι χωρίς αυτόν και τις συμφωνίες του με τους γείτονες θα ζούσαν στους πέντε δρόμους. 

Μέχρι που μια μέρα βλέπει τη γειτόνισσα η οποία ζούσε κάτι παρόμοιο, όχι μόνο να μην έχει δεχτεί τις απατεωνιές και τους εκβιασμούς του άντρα της αλλά να τον έχει πετάξει κι έξω από το σπίτι. Έτσι αποφασίζει να αναθεωρήσει όλη την κατάσταση και να ξεκινήσει κι αυτή κάτι παρόμοιο αλλά πολύ πιο δραστικό.

Μια τέτοια καταχρηστική σχέση με τους πολιτικούς μας οδήγησε στη μέρα της 25ης Μαΐου, τη μέρα που οι αγανακτισμένοι για πρώτη φορά συγκεντρώθηκαν έξω από τη Βουλή.

Το όλο πράγμα ξεκίνησε διαδικτυακά. Στα πρότυπα της Λιβύης και της Ισπανίας μερικά φατσαμπουκόπαιδα έφτιαξαν μια σελίδα στο facebook με την ονομασία «Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα» και καλούσαν όλους τους Αθηναίους να μαζευτούν έξω από τη Βουλή και να εκφράσουν την αγανάκτησή τους για όλο αυτό που ζούμε τον τελευταίο καιρό. Αφορμή φαίνεται πως ήταν η συγκέντρωση των Ισπανών στη δική τους κεντρική πλατεία όπου ένα πανό έλεγε: «Κάντε ησυχία, οι Έλληνες κοιμούνται». We have been called out. Εμείς οι Έλληνες είμαστε περήφανοι σε κάτι τέτοια, το βλέπουμε σαν πρόκληση, κάτι σαν τις κούπες που παίζουν οι Κρητικοί. Γεμίζουν ένα ποτήρι κρασί και μετά καλούν κάποιον να το πιεί. Αυτός που το πίνει πρέπει να καλέσει κάποιον άλλον να πιεί, κι αυτός να καλέσει κάποιον άλλον και ούτω καθεξής. Κανείς δεν πρέπει να σπάσει τη σειρά των καλεσμάτων.

Εγώ ενημερώθηκα για τη συγκέντρωση από μια απλή αναφορά που έγινε στο ραδιόφωνο, το συζήτησα με το κορίτσι και με μπρίζωσε να πάμε να δούμε αν τελικά τα ελληνόπαιδα έχουν τη διάθεση να κάνουν πράξη τις προθέσεις τους ή αν μόνο καθησυχάζουν τις συνειδήσεις τους με μερικά «επαναστατικά» like

Η πρώτη έκπληξη ήρθε βγαίνοντας από το μετρό. Οι αποβάθρες ήταν γεμάτες κόσμο, κατά κύριο λόγο νέοι άνθρωποι στριμώχνονταν στις κυλιόμενες και περίμεναν υπομονετικά να βγουν στην πλατεία. Το κορίτσι έβγαλε το κινητό κι άρχισε να βγάζει φωτογραφίες την πρωτοφανή κοσμοσυρροή. Το μεγαλύτερο μέρος του πλήθους είχε συγκεντρωθεί μπροστά από τη Βουλή. Ακούγονταν γιουχαρίσματα, χτυπήματα από κατσαρόλες, σφυρίγματα και μερικά κάπως σαχλά συνθήματα όπως: «Κλέφτες, κλέφτες», «Και α και ου, και ου, γαμώ το δουνουτού», «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». 

Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη αλλά ειρηνική, όλη η φάση απέπνεε κάτι ερασιτεχνικό και ανοργάνωτο αλλά ειλικρινές και αυθόρμητο. Ένα πανό είχε υψωθεί που έγραφε στα ισπανικά: «Είμαστε ξύπνιοι. Τι ώρα είναι? Ώρα να φύγουν!», δίπλα από ένα σκίτσο του Γιωργάκη(Τζέφρι) ζωγραφισμένο σαν τσαρλατάνο. Πιστοί στους όρους του παιχνιδιού κούπες που παίζουν οι Κρητικοί, καλέσαμε κι εμείς με τη σειρά μας με ένα πανό τους Πορτογάλους να ξεσηκωθούν. Τα ΜΑΤ βρίσκονταν παραταγμένα στο πεζοδρόμιο μπροστά από τους τσολιάδες και κοιτούσαν αμήχανα τους διαδηλωτές, παιδάκια κάθονταν ανάμεσα στα πόδια τους, ενώ τριγύρω έκοβαν βόλτες μερικά παλικάρια που είχαν οριστεί ομάδες περιφρούρησης της διαδήλωσης φορώντας χάρτινες πανοπλίες με ζωγραφιές από λουλούδια πάνω τους και χάρτινα κράνη.

Δε θεωρώ τον εαυτό μου επαναστάτη, αν μη τι άλλο είμαι ένας καλομαθημένος, μαλθακός, socially awkward, απολιτίκ νέος όπως η πλειοψηφία της γενιάς μου. Όμως όλο αυτό το σκηνικό ένιωθα να με εκφράζει, να εκτονώνει μια λανθάνουσα αγανάκτηση μέσα μου. Δε μου αρέσει να βλέπω ειδήσεις κι η σχέση μου με τις εφημερίδες είναι επιφανειακή περιορίζεται μόνο στο να ξεφυλλίζω τα headlines ενημερωτικών site, μέχρι να πέσει το μάτι μου σε κάτι που με αφορά άμεσα ή σε κάτι πικάντικο ή σε αθλητικά. Κάθε φορά όμως που μάθαινα για σκάνδαλα, για παραγραφές βουλευτικών αδικημάτων, για μυστικές συμφωνίες με βουλιαγμένα υποβρύχια ή μονές, ακόμα και υπό το χιουμοριστικό πρίσμα εκπομπών σαν το ράδιο αρβύλα ή την ελληνοφρένεια, γεννιόταν πάντα η εξής απορία μέσα μου: «Μα καλά, πώς γίνεται να τα ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα όλα αυτά?».

Οι πολιτικοί έμοιαζαν να μας έχουν βγάλει τελείως από το παιχνίδι που παίζουν. Δεν είμαστε πλέον μέρος του κόσμου τους. Δε μιλάμε καν την ίδια γλώσσα. Είμαστε τα μυρμήγκια στον κήπο τους. Τα βακτήρια στα κόπρανά τους. Το μόνο αίσθημα που δείχνουν να νιώθουν για μας είναι απαξίωση, το μόνο που τους νοιάζει είναι το πολιτικό κόστος, να μη χάσουν τη θέση τους. Δε δείχνουν να αντιλαμβάνονται ότι όταν ο άλλος δεν έχει να πληρώσει το νοίκι και κινδυνεύει να μείνει στο δρόμο χέστηκε για το πολιτικό κόστος του Τζέφρι! Το θέμα είναι ότι μέχρι τώρα μπορούσαν να τη βγάζουν καθαρή με τις κομπίνες και τις κρυφές συμφωνίες τους όσο οι καιροί ήταν καλοί, όσο οι άνθρωποι ήταν απορροφημένοι στις plasma τηλεοράσεις τους, στα i-pod τους και στα τηλεοπτικά σόου αντί να ασχολούνται με αυτά που κάνουν οι πολιτικοί-όχι επειδή οι απλοί άνθρωποι είναι ηλίθιοι, αλλά επειδή καταλαβαίνουν πότε ένα μαγαζί είναι κλειστό λόγω διάλυσης. Οι καιροί αυτοί όμως δυστυχώς τελείωσαν και μέχρι τώρα ψάχναμε την αφορμή.

Η αφορμή που χρειαζόμασταν βρέθηκε, το ποτήρι επιτέλους ξεχείλισε και οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους. Εκείνη την Τετάρτη ήταν η πρώτη φορά που στριμώχτηκα κι εγώ ανάμεσα στο πλήθος και φώναξα, γιουχάρισα, μούντζωσα και σφύριξα. Χτυπήματα σε κατσαρόλες, σφυρίγματα, συνθήματα όλα ήταν όργανα σε ένα παράφωνο κονσέρτο διαμαρτυρίας. Όταν δε γιουχάραμε, περπατούσαμε συνεχώς πάνω-κάτω την πλατεία χαζεύοντας το συνεχώς αυξανόμενο μέγεθος του πλήθους. Προσπαθούσαμε να μπούμε στο ίντερνετ από τα κινητά μας, να διαβάσουμε πώς περιγράφουν τη συγκέντρωση τα διεθνή πρακτορεία αλλά είχαν μπλοκάρει τα δίκτυα τηλεφωνίας. Αφήσαμε για λίγο τη συγκέντρωση για να πάμε να τσιμπήσουμε σουβλάκια να πάρουμε δυνάμεις και ξαναγυρίσαμε στο αγανακτισμένο πλήθος να δώσουμε το παρών.

Εκείνο το βράδυ φύγαμε νιώθοντας ένα παράξενο αίσθημα ανακούφισης και αφύπνισης, και τίποτα να μην αλλάξει με όλο αυτό τουλάχιστον εκδηλώσαμε την αγανάκτησή μας, οι Έλληνες ίσως να μην είναι συναισθηματικά μουδιασμένα πρόβατα, ίσως τελικά νιώθουν, ανησυχούν και αγανακτούν. Είχα αμφιβολίες για το κατά πόσον θα συνεχιζόταν όλο αυτό, στην Ισπανία είχαν συγκεντρωθεί για καμιά βδομάδα, εδώ άραγε θα συνέβαινε το ίδιο ή θα πέρναγε η μόδα και την επόμενη μέρα δε θα κατέβαινε κανείς?

Την επόμενη μέρα δεν κατέβηκα στο κέντρο λόγω μεγάλου φόρτου διαβάσματος για τη σχολή. Όσο ήμουν σπίτι στα διαλλείματα από τη μελέτη χάζευα στο ίντερνετ απόψεις και εμπειρίες σχετικά με τη συγκέντρωση. Η συντριπτική πλειοψηφία των διαδικτυακών γνωμών φυσικά ήταν υπέρ, αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα υπήρχαν μερικές φωνές που θα έκραζαν την όλη προσπάθεια. Η πλειοψηφία των bloggers τη βρίσκουν με το κράξιμο. Δώσε τους ένα επίκαιρο πιασάρικο θέμα και θα το αποδομήσουν με έξυπνα gags, αστειάκια, εξυπνάδες, μεγαλοποιώντας παράλληλα το εγώ τους (χρησιμοποιώντας μεγαλόπνοες φράσεις όπως: «ΕΓΩ δεν ενώνω τη φωνή μου με αυτά τα πρόβατα/ τους ελληνάρες / τους εγκάθετους του συστήματος /(you name it)», «ΕΓΩ δεν ευθύνομαι για αυτή την κατάσταση»,  «ΕΓΩ δεν τους ψήφισα», « ΕΓΩ δε ζήτησα ρουσφέτι».

Αμφιβάλλοντας για το κατά πόσον όλοι αυτοί που ζούνε πίσω από την οθόνη είναι τόσο άγιοι ώστε να κράζουν όλους τους υπόλοιπους μπήκα στον πειρασμό για ένα νανοσεκόντ να μπω να απαντήσω και να συνεχίσω το debate. Και μετά ευτυχώς θυμήθηκα το χρυσό κανόνα διατήρησης της ψυχραιμίας όταν σερφάρεις: δεν έχει νόημα να ανοίγεις σοβαρή κουβέντα με άτομα που δεν ξέρεις από το ίντερνετ.

Το να τσακώνεσαι στο ίντερνετ και να προσπαθείς να πείσεις τον άλλον για τις απόψεις σου είναι τόσο ανούσιο όσο κι αν βγάλεις το παπούτσι σου και το κουνάς πέρα-δώθε ψηλά στον αέρα για να διώξεις τα σύννεφα. Το ίντερνετ είναι ιδανικό για πάρα πολλά πράγματα αλλά η παραγωγική συζήτηση δεν είναι ένα από αυτά. 

Η απουσία αυθόρμητων απαντήσεων(ο άλλος μπορεί να σου απαντήσει μετά από 2 μέρες, αφού έχει σκεφτεί και ξανασκεφτεί πώς θα σου πετάξει την ατάκα), η ασφάλεια της ανωνυμίας, τα πιστά τσιράκια που τριγυρνάνε μόνιμα στους αγαπημένους τους ιστοτόπους, στα blogs ή στα forum και τα οποία θα γράψουν χωρίς δισταγμό «Πέστα! Φοβερός! Μας εκφράζεις απόλυτα!» ακόμα κι αν ο συγγραφέας τους έβρισε τη μάνα, ενώ θα ορμήσουν με μανία σε όποιον διατυπώσει αντίθετη άποψη, και όλα αυτά μπροστά σε ένα live κοινό αναγνωστών που ψοφάει για ίντριγκα είναι τα συστατικά για να ξεσπάσει μια διαδικτυακή καταιγίδα και μια συνεχή κοκορομαχία που θα έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα να ξενυχτήσω κάνοντας ανάλυση σε ένα ηλίθιο forum ή blog που δε διάβαζα ποτέ πριν και στο οποίο έπεσα τυχαία, αναλύοντας επιχειρήματα σε άτομα που δε θα με ένοιαζε αν τα πάταγε αυτοκίνητο την επόμενη κιόλας μέρα, κοντεύοντας να πάθω αρθρίτιδα στα δάχτυλα από το πολύωρο πληκτρολόγημα.

Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθεί κάποιος, μπαίνεις τυχαία να διαβάσεις μια άποψη αφήνεις ένα σχόλιο, αρπάζεσαι από μια απάντηση, ανταλλάζετε 2-3 σούτια με στοιχειώδη επιχειρήματα και μετά η κατάσταση ξεφεύγει. Μετά τσακώνεσαι απλά για να τσακωθείς. Στο τέλος μία από τις δύο αντιμαχόμενες μεριές θα βαρεθεί, θα νυστάξει, θα συμφωνήσει μαζί σου ή θα πεθάνει και το θέμα θα χαθεί σαν κουράδα μόλις τραβήξεις το καζανάκι για να ξεβραστεί σε κάποιο άλλο blog, forum, site όπου και θα ξαναρχίσει το debate.

Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτούς που δε γουστάρουν να έρθουν και να εκφράσουν την αγανάκτησή τους. Αν δε νιώθουν την ανάγκη να βγουν να φωνάξουν τότε σημαίνει ότι πιστεύουν ότι είναι μάταιο ή ότι έχουν σκεφτεί κάποια άλλη καλύτερη μορφή διαμαρτυρίας ή ότι δε γνωρίζουν τι συμβαίνει στη χώρα ή ότι η ζωή τους είναι μια χαρά όπως είναι και δε θέλουν να αλλάξει κάτι. Όλα είναι σεβαστά, κυρίως τα δύο πρώτα. Αυτό που δεν καταλαβαίνω όμως είναι γιατί κάποιος να θέλει να υπονομεύσει, να κράξει και να καταστείλει μια τέτοια μαζική προσπάθεια που μόνος της σκοπός είναι να βρεθεί μια λύση στο αδιέξοδο στο οποίο βρισκόμαστε, χωρίς να χρειαστεί να στήσουμε κώλο στις ξένες δυνάμεις που το μόνο που δε ζήτησαν μέχρι τώρα είναι να γκρεμίσουμε τον Παρθενώνα και να ανοίξει εκεί ένα sweatshop που θα φτιάχνει I-phone και μπλουζάκια της Nike

Το μόνο κάπως ανεκτό επιχείρημα που αναγνώρισα στους μη αγανακτισμένους είναι ότι ισχυρίζονται πως δεν πρέπει να φωνάζουν και να διαμαρτύρονται αυτοί που μέχρι τώρα ψήφιζαν τα κόμματα ή ήταν βολεμένοι από τα κόμματα. Αν δεχτούμε αυτή τη λογική όντως δεν πρέπει να διαμαρτύρονται όσοι έχουν ζητήσει ρουσφέτι από βουλευτή, όσοι έχουν ψηφίσει μεγάλο κόμμα ή όσοι δουλεύουν στο δημόσιο. Και γιατί να μην το επεκτείνουμε? 

Αν δεν έχουν δικαίωμα να διαμαρτύρονται αυτοί τότε δε θα έπρεπε να διαμαρτύρεται κανείς δημόσιος υπάλληλος, ούτε από ΔΕΗ ή ΟΤΕ, επιπλέον ούτε οι καθηγητές κι οι δάσκαλοι ούτε καν αυτός που έκανε αίτηση στο δημόσιο αλλά δεν μπήκε. Ούτε κι αυτοί που δουλεύουν σαν υπάλληλοι σε λαμόγια μεγαλο-επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα. Επίσης δεν πρέπει να μιλάει ούτε αυτός που έβαλε βύσμα στο στρατό για να μην τον στείλουν στον Έβρο, αυτός που έδωσε φακελάκι έστω και φορά στη ζωή του, αυτός που δε ζήτησε απόδειξη, αυτός που βαρέθηκε να πάει να ψηφίσει στις εκλογές , αυτός που ψήφισε το δήμαρχο γιατί του υποσχέθηκε ότι θα του φτιάξει το πεζοδρόμιο ή αυτός που δεν έχει χτυπήσει έστω μια φορά εισιτήριο. Έμεινε κανείς που να μπορεί να διαμαρτυρηθεί?

Όλη αυτή η κουβέντα μου θύμισε το κλασικό αστειάκι που λέγαμε μικροί ότι από τις 365 μέρες του χρόνου οι 52 είναι Κυριακές, οι 40 είναι αργίες, οι 50 είναι διακοπές, τις 100 κοιμόμαστε κτλ κτλ τι μένει? Μια μέρα κι αυτή είναι τα γενέθλιά μας. Έτσι λοιπόν κι εδώ, στο τέλος κανείς δε θα έχει δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί, εκτός κι αν υπάρχουν μέτρα και σταθμά στην ηθική. Το καθήκον του καθενός απέναντι στη χώρα δεν αρχίζει και τελειώνει με το «εγώ δεν τους ψήφισα» ή το «εγώ δε ζήτησα ποτέ ρουσφέτι». Εξάλλου όλοι αυτοί που διατείνονται ως οι «άγιοι» θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που νιώθουν την αγανάκτηση αφού καλούνται να πληρώσουν σπασμένα που δεν έσπασαν ποτέ.

To hell with it, αν πιστεύεις ότι είναι μάταιο και άσκοπο το όλο κίνημα μην κατεβαίνεις στην πλατεία, γιατί κατά πάσα πιθανότητα είναι μάταιο και άσκοπο. Τουλάχιστον όμως μη σαμποτάρεις κάτι που είναι αχρωμάτιστο, ακομματικοποιημένο, ειρηνικό και προσπαθεί να βάλει μια τάξη σε αυτό το μπάχαλο χωρίς να το καπηλευτεί κανένα κόμμα και κανένας πολιτικός σωτήρας. 

Στην πλατεία πήγα πάλι την Παρασκευή. Όντας 2 μέρες μετά την αρχική συγκέντρωση και με μεγάλη κακοκαιρία περίμενα ότι ο κόσμος θα είναι ελάχιστος, ότι θα έβλεπα μόνο μερικούς σκληροπυρηνικούς αριστερούς να κάθονται στο γρασίδι. Για άλλη μια φορά διαψεύστηκα, το πλήθος ήταν περίπου το ίδιο, τα συνθήματα μπροστά στη Βουλή ακούγονταν με περισσότερο πάθος ενώ είχαν στηθεί σκηνές κάτω από τα δέντρα, μία εκ των οποίων λειτουργούσε σαν ιατρείο. Δυστυχώς γύρω από την πλατεία είχαν ακροβολιστεί οι συνηθισμένοι leechers τέτοιων γεγονότων, αυτοί που κολλάνε σαν βδέλλες, σαν μεταλλαγμένα υπερτροφικά κουνούπια που ορμάνε ανά σμήνη σε κάθε event που μαζεύει κόσμο για να ρουφήξουν το αίμα από τα πορτοφόλια του κόσμου. Καντίνες με σουβλάκια, πακιστανοί με λέιζερ κι οι Σομαλοί με γυαλιά ηλίου και τις μαϊμού τσάντες έδιναν έναν άσχημο τόνο πανηγυριού στην όλη εκδήλωση.

Καταλαβαίνω ότι a man has to eat, αλλά αυτή η τσίκνα σε συνδυασμό με την πολυκοσμία έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Υποθέτω ότι οι διαδηλωτές πιστοί στην απόφαση τους να διατηρήσουν τον ειρηνικό χαρακτήρα της εκδήλωσης δε μπόρεσαν να καθαρίσουν το χώρο από τους μικροεμπόρους χωρίς να γίνουν φασαρίες.

Εκείνη τη μέρα όμως παρατήρησα και κάτι άλλο, κάτι ίσως πιο σημαντικό από τα «οπαδικά» συνθήματα και τα απλά γιούχα. Στο κέντρο της πλατείας δίπλα από το σιντριβάνι είχε στηθεί μια άτυπη συνέλευση. Νεαρά άτομα είχαν καθίσει οκλαδόν και άκουγαν κάποιον να μιλάει στο μικρόφωνο. Πλησιάσαμε να δούμε περί τίνος πρόκειται. Είχαν στήσει ένα μικρόφωνο, μερικά ηχεία κι όποιος ήθελε έπαιρνε το λόγο κι έλεγε την άποψή του μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος. Μια μικρή συντονιστική επιτροπή τα μέλη της οποίας απ’ότι κατάλαβα αλλάζουν καθημερινά κράταγε πρακτικά από τις ομιλίες του καθενός και τις προτάσεις που ακούγονταν. Για αρχή ήταν κάτι πολύ πρόχειρο, ανέβαιναν άτομα που πιο πολύ είχαν ανάγκη να πουν τον πόνο τους παρά να προτείνουν κάτι ουσιαστικό.

Την επόμενη μέρα, το Σάββατο το απόγευμα ξαναπήγαμε κι αυτή τη φορά ήμασταν αποφασισμένοι να κάτσουμε στη συνέλευση στο κέντρο της πλατείας και να ακούσουμε με μεγαλύτερη προσοχή τις σύντομες ομιλίες των απλών καθημερινών ανθρώπων που είχαν μαζευτεί. Η συντονιστική επιτροπή έδινε χαρτιά με νούμερα σε όποιον ήθελε να μιλήσει και μετά κλήρωναν ποιοι θα ανέβουν να πουν την άποψή τους σε διάρκεια περίπου 5 λεπτών. Μέσα στις 3-4 ώρες όλοι προλάβαιναν να μιλήσουν κι ο κόσμος που άκουγε από κάτω γιουχάριζε ή χειροκροτούσε, ανάλογα με το αν συμφωνούσε ή διαφωνούσε. Η συντονιστική επιτροπή έθετε ένα θέμα κάθε μέρα πάνω στο οποίο θα συζητούσαν και προς το τέλος της συνέλευσης σύμφωνα με τα πρακτικά συγκέντρωναν τις προτάσεις που ακούστηκαν εκείνη τη μέρα κι ο παρευρισκόμενος κόσμος ψήφιζε δια χειρός αν συμφωνεί να πραγματοποιηθούν.

Εκείνη τη μέρα αποφασίστηκε από τον κόσμο να οργανωθεί την επόμενη, την Κυριακή, μια πανευρωπαϊκή διαμαρτυρία. Έτσι Κυριακή βράδυ ο phantom ήταν πάλι εκεί. Χρειαστήκαμε γύρω στα 30 λεπτά για να φτάσουμε από τις αποβάθρες μέχρι την έξοδο του μετρό, τόσος πολύς ήταν ο κόσμος. Πάνω από 100.000 άτομα είχαν μαζευτεί έξω από τη Βουλή για να διαμαρτυρηθούν, τριπλάσιο πλήθος από τη συγκέντρωση της πρώτης μέρας. Πες μου, ζούμε ή δε ζούμε ιστορικές στιγμές? Γονείς με τα παιδιά τους, νέοι άσχετοι με την πολιτική, γέροι, μεσήλικες, απλοί καθημερινοί άνθρωποι όλοι στριμωγμένοι και ενωμένοι σε μια σχεδόν πανηγυρική ατμόσφαιρα. 

Εμείς μόνιμα πεινασμένοι κάναμε μια βόλτα μπας και βρούμε να τσιμπήσουμε τίποτα (όχι όμως από τις καντίνες-leechers) και μετά πήγαμε στο καθιερωμένο ραντεβού μας στις 9 για τη συνέλευση. Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς, η τσίκνα από τις καντίνες σε συνδυασμό με τη ζέστη ήταν μαρτυρική, τα ηχεία ήταν ανεπαρκή και το μικρόφωνο έκανε συνέχεια διακοπές. Το κορίτσι είπε ότι όταν βγάζει τους λόγους του ο δήμαρχος Αθηναίων έχουν 100 ηχεία, τώρα που μιλάνε απλοί άνθρωποι δεν ακούγεται τίποτα. Ανέβαινε ο καθένας κι έλεγε τις προτάσεις του. Με άλλα συμφωνούσα και με άλλα όχι. Μου άρεσε όμως γιατί απλοί άνθρωποι μιλούσαν με επιχειρήματα, με πάθος και με ψυχραιμία. Σεβασμό στους μετανάστες έλεγαν πολλοί, θέλουν να διαχωρίσουν τη θέση τους με τους χρυσαυγίτες που κάνουν τις επιθέσεις. Δε θέλουν καμία σημαία να τους χρωματίζει, ούτε κόκκινη ούτε μπλε.

Μερικοί ομιλητές τα έβλεπαν όλα πολύ ιδανικά και αυτό με ξενίζει. «Να φύγει το μνημόνιο», «να πέσει η κυβέρνηση», «νομιμοποίηση όλων των μεταναστών» μου ακούγονται κάπως απλοϊκά, ουτοπικά κι ονειρεμένα: Οι κακοί ξένοι τραπεζίτες, οι κλέφτες βουλευτές, οι καλοί ανήμποροι μετανάστες. Δυστυχώς κάθε νόμισμα έχει 2 όψεις κι εδώ δεν αναφέρονται. Θέλω πολλά να πω αλλά δεν τολμάω να ζητήσω χαρτάκι να μιλήσω. Απ’τη μία ξέρω πως δεν έχω κουράγιο να μιλήσω σε κοινό με παραπάνω από διψήφιο αριθμό ατόμων χωρίς να με πιάσει τρέμουλο από την αμηχανία, απ’την άλλη διστάζω  γιατί δε θέλω να γιουχαριστώ. Η γνώμη της μάζας μπορεί να γίνει σκληρή και δεν έχει πάντα το αλάθητο.

Μου αρέσει πάντως που όλο και πιο νέα παιδιά παίρνουν το λόγο. Καμία σχέση με τους δαπίτες, τους πασπίτες και τους κουκουέδες των σιχαμένων κομματικών νεολαίων που βρωμάνε ξεπούλημα από μακριά. Θυμάμαι την ψύχραιμη ομιλία μιας νεαρής δικηγορίνας, τις παθιασμένες φωνές ενός δασκάλου, το σοφό παραλήρημα ενός πιωμένου ερωτευμένου τύπου που πήρε το μικρόφωνο. Πού κρυβόντουσαν αυτοί οι άνθρωποι? Γιατί δεν ανοίγουν αυτοί ένα blog?

Στο γυρισμό επειδή τα λεωφορεία έχουν βαρέσει διάλυση αναγκάστηκα και πήρα ταξί. Ανοίξαμε κουβέντα με τον ταρίφα, «είχα κατέβει στους αγανακτισμένους» του λέω, «Είχε κόσμο? Κατέβηκα προχτές και θα κατέβαινα κι απόψε αλλά δουλεύω» μου απαντάει. Ξεκίνησε να μου λέει με έντονο τρόπο τι μπάχαλο έχουμε καταντήσει, γενικά οι ταρίφες που μου έχουν τύχει από τον Άγιο-Δημήτριο προς Γλυφάδα βαράνε κρίση όταν ανοίγουμε κουβεντούλα για την κοινωνία μας. «Θα τα πούμε στην πλατεία Συντάγματος» του είπα βγαίνοντας απ’το ταξί.

Το όλο εγχείρημα φυσικά κι έχει πολλά σφάλματα, που προκύπτουν κυρίως από την αναισθησία όλων μας. Για παράδειγμα, φέρνουν όλοι μπύρες (καλά κάνουν γιατί να μην πιουν) αλλά μετά πετάνε χύμα τα κουτάκια κάτω με αποτέλεσμα αντί για άσφαλτο να πατάς πάνω σε άμστελ. Για να πρέπει μετά να έρθουν τα άτομα που έχουν δηλώσει εθελοντικά να βοηθήσουν με την καθαριότητα και να μαζεύουν αδιαμαρτύρητα τα σκουπίδια του καθενός αναίσθητου. Ή το άλλο, είμαστε όλοι στριμωγμένοι με τον αγκώνα του ενός να μου πιέζει τα νεφρά και την περμανάντ της άλλης να μου μπαίνει στη μύτη, ιδρωμένοι και τσικνιασμένοι κι έρχεται ο άλλος και ανάβει τσιγάρο! Ήμαρτον ρε φίλε με το τσιγάρο, είναι πρακτικά αδύνατον να λυγίσεις το χέρι για να φέρεις το τσιγάρο στο στόμα σου με τόση πολυκοσμία, τι θες και το ανάβεις?

Το εύκολο είναι να βρεις λάθη και σφάλματα στην όλη διαδικασία, το δύσκολο είναι να προτείνεις κάτι για να την κάνεις καλύτερη. Δεν έχει κανένα νόημα να τρολάρεις αυτή την προσπάθεια, σαν όλους αυτούς τους μίζερους ανθρώπους που διαφωνούν απλά για να διαφωνούν, που τριγυρνούν στο ίντερνετ ψάχνοντας για θέματα να κοροϊδέψουν ή αντίθετες απόψεις με τις δικές τους για να επιτεθούν μπαινοβγαίνοντας σε forum, sites, messageboards, υπερ-αναλύοντας και δαιμονοποιώντας τα πάντα εκτός από τον εαυτό τους τρεφόμενοι από τη συνεχή κοκορομαχία σχολίων, σαν γορίλλες που είναι καταδικασμένοι να τρέφονται με τις ψείρες που βγάζουν ο ένας από την πλάτη του άλλου.

Κάτω εκεί στην πλατεία Συντάγματος κατά τη γνώμη μου γίνεται μια καλή προσπάθεια. Μπορείς να το δεις έστω σαν ένα κοινωνικό πείραμα, πώς συστήνεται μια μικρή νέα κοινωνία από το μηδέν. Κανείς δεν ξέρει αν θα εξελιχτεί σε φιάσκο ή όχι. Τη συγκέντρωση στην Ισπανία την κατέστειλαν για να ανοίξει η πλατεία και να είναι διαθέσιμη στον κόσμο που θα ερχόταν να δει τον τελικό του Champions League. Ποιά θα είναι άραγε η μοίρα της δικιάς μας συγκέντρωσης? Αξίζει να πας να ρίξεις μια ματιά, αρκεί το μάτι σου να μη σταθεί μόνο στις καντίνες, στα κουτάκια μπύρας ή στα παιδικά συνθήματα. Προσπάθησε να ακούσεις αυτά που λένε όσοι ανεβαίνουν να μιλήσουν στη συνέλευση, ανέβα κι εσύ αν έχεις κάτι να πεις, κι αναρωτήσου πού έχεις ακούσει να συμβαίνει κάτι παρόμοιο? Μήπως σε κάτι που λεγόταν εκκλησία του δήμου? Πριν πολλά πολλά χρόνια?

Πάντα ήμουν αρνητικά προκατειλημμένος απέναντι σε πολιτικούς, σε κομματικοποιημένες νεολαίες, σε συντονιστικές επιτροπές, σε διαμαρτυρίες και σε επαναστάσεις. Μου βγαίνει όμως κάτι θετικό απέναντι σε αυτή την προσπάθεια, ίσως επειδή έχει έναν υποβόσκοντα κεφάτο χαρακτήρα, ίσως γιατί μου εμπνέουν εμπιστοσύνη άτομα που αρνούνται να τοποθετήσουν μια εξέδρα για τους ομιλητές γιατί θέλουν «όλοι όσοι μιλάνε να είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτούς που ακούνε»...


27 Μαΐ 2011

Πάμε πλατεία (Συντάγματος)


Ραντεβού κάθε απόγευμα! :)













Εσύ γιατί κάθεσαι σπίτι?



Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα(link). Γιατί το facebook δεν είναι μόνο για να ανεβάζουμε φωτογραφίες με σουφρωμένα χείλη...


13 Μαΐ 2011

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 2011 - Απάντηση στο θέμα της έκθεσης


"Ως ομιλητής σε ημερίδα που οργανώνει το σχολείο σου με θέμα τη χρήση του διαδικτύου, να αναπτύξεις τις απόψεις σου σχετικά με τις υπηρεσίες που προσφέρει το διαδίκτυο στη διάδοση της γνώσης, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί αυτό να αξιοποιηθεί δημιουργικά στο πλαίσιο του σχολείου."



*ανεβαίνω στο μικρόφωνο*

Φου φου ένα δύο, ένα δύο, ακούγομαι? (υποτίθεται ότι είμαι ομιλητής, όταν μπαίνεις στο ρόλο πρέπει να προσέχεις κάθε λεπτομέρεια)

Καταρχάς θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους παρευρίσκονται σήμερα στην ημερίδα που διοργανώνει το σχολείο μας. Είναι ιστορική μέρα η σημερινή μιας και είναι η πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά που διοργανώνεται ημερίδα σε δημόσιο σχολείο. Δε μπορώ να σκεφτώ άλλο δημόσιο σχολείο που να έχει κάνει ημερίδα για το οτιδήποτε. Εκτός κι αν θεωρούνται ημερίδες οι χοροεσπερίδες, οι πενταήμερες και οι καταλήψεις. Τότε έχουμε κάνει πολλές.

Υποθέτω ότι στα μάτια των μεγάλων οι νέοι φαντάζουν μόνο σαν παράξενα κουρέματα πάνω από ακόμα πιο παράξενα ρούχα, με σκουλαρίκι στο ένα αυτί και κινητό στο άλλο, που χαϊδεύουν συνεχώς ένα πληκτρολόγιο κοιτώντας υπνωτισμένα μια οθόνη. Η εικόνα που έχει ένας μέσος άνθρωπος για τους νέους είναι ότι όλη μέρα την περνάνε στο Facebook, έχουν το attention span ενός χρυσόψαρου, δεν ψηφίζουν, προτιμούν να παίζουν video games αντί να διαβάζουν βιβλία, η γνώση τους περιορίζεται στην κατάταξη της αγωνιστικής του ποδοσφαίρου κι η εμπειρία τους από τη ζωή μετριέται σε level στο WOW.

«Η νεολαία έχει χαλάσει», «εμείς στην ηλικία τους δε φερόμασταν έτσι», «οι νέοι είναι κακομαθημένοι», «δεν ενδιαφέρονται για τίποτα» είναι μερικά μόνο από τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν όσοι συγκρίνουν τη  συμπεριφορά των νέων με τα δικά τους εφηβικά χρόνια. Μάλλον όλοι οι μεγάλοι πέρασαν τη δική τους παιδική τους ηλικία αριστεύοντας στο σχολείο, στον ελεύθερο χρόνο τους διάβαζαν τη βιβλιογραφία του Ντοστογιέφσκι, έσωζαν χελώνες καρέτα-καρέτα κι άκουγαν Μότσαρτ, ώστε να μη μπορεί κανένας νέος να συγκριθεί μαζί τους.

Οπότε τώρα σε μια εποχή που έξω ο κόσμος καίγεται και καταρρέει, ο νέος καλείται να μιλήσει σε μια υποθετική ημερίδα, από ένα υποθετικό μικρόφωνο, για το ίντερνετ. Ας μιλήσουμε για το ίντερνετ λοιπόν.

Κατηγορούν τους νέους ότι είναι όλη μέρα μπροστά από έναν υπολογιστή μιλώντας στο Facebook ή παίζοντας παιχνίδια. Τα παιδιά είναι όντα κοινωνικά. Θέλουν να επικοινωνούν, να μιλάνε με τους φίλους τους. Όταν οι γειτονιές έχουν γίνει επικίνδυνες, όταν φοβάσαι να κυκλοφορήσεις μετά τη δύση του ηλίου, όταν δεν τολμάς να περπατήσεις μέχρι το πάρκο γιατί πιθανότατα θα γυρίσεις σπίτι χωρίς κινητό ή πορτοφόλι, τότε είναι λογικό ο νέος να κλειστεί μέσα και όσο ο γονιός ψυχοπλακώνεται από τις ειδήσεις, το παιδί να πλακωθεί στα poke συνομιλώντας με τους φίλους του στο chatroom.

Τα παιδιά θέλουν να παίζουν. Όταν έχεις εξαφανίσει τις αλάνες, όταν άλλες παιδικές χαρές είναι εγκαταλελειμμένες και σκουριασμένες τόσο ώστε να στέλνεις το παιδί στις κούνιες και μετά να χρειάζεται αντιτετανικό ορό ή θεραπεία για ηπατίτιδα από τη σύριγγα που πάτησε, τότε ο νέος θα κάτσει μέσα και θα παίξει από την ασφάλεια του σπιτιού του. Εσείς παίζατε ποδόσφαιρο στις αλάνες, εμείς παίζουμε μέσω της οθόνης.

Οι νέοι έχουν κατηγορηθεί ότι είναι επαναστάτες του καναπέ γιατί επαναπαύονται στο να κάνουν μόνο join ανά χιλιάδες σε σελίδες διαμαρτυρίας στο facebook. Γιατί αυτό να είναι χειρότερο από τις απλές δηλώσεις που κάνετε εσείς ότι «εκφράζετε την αγανάκτησή σας και καταδικάζετε τα γεγονότα»?

Θέλετε να μάθετε τις υπηρεσίες που προσφέρει το διαδίκτυο στη διάδοση της γνώσης? Μας βοηθά να μην εξαρτώμαστε για την ενημέρωσή μας από τους πουλημένους δημοσιογράφους-φερέφωνα, που γράφουν τα πληρωμένα άρθρα τους στις ξεπουλημένες φυλλάδες ή παπαγαλίζουν τα τρομολαγνικά σενάρια στα τηλεοπτικά παράθυρα. Αντί να βλέπουμε μόνο καμένα περίπτερα κι αναποδογυρισμένους κάδους με υπόκρουση το κυβερνητικο-οπαδικό σπικάζ της Όλγας Τρέμη, βάζουμε στο repeat το βίντεο στο youtube με το μπάτσο που βαράει το φοιτητή. Το διαδίκτυο βοηθά να κλικάρεις σε ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, να ενώσεις τη φωνή σου με του Πορτογάλου, του Αργεντίνου ή του Άραβα, να ξεδώσεις γράφοντας σε ένα blog, σε ένα twitter. Τρέμω από φόβο αν η μοναδική πηγή πληροφόρησής μας ήταν η Όλγα Τρέμη. (see what I did there?)

Θέλετε να αξιοποιηθεί δημιουργικά το ίντερνετ στο πλαίσιο του σχολείου? Τότε μην κάνετε υποχρεωτικά τα Θρησκευτικά και προαιρετική την Πληροφορική!

Ενθαρρύνετε τη χρήση του ίντερνετ και την έκφραση απόψεων μέσα από αυτό και μην το δαιμονοποιείτε επειδή απλά και μόνο δε μπορείτε να το ελέγξετε και να το λογοκρίνετε.

Ξανανοίξτε τα σχολεία που κλείσατε.

Βάλτε free wi-fi στα σχολεία και στις πλατείες.

Χρησιμοποιήστε το μισθό των βουλευτών για να πάρετε υπολογιστές στους μαθητές.

Εσείς φέρατε τα παιδιά σε αυτή την κοινωνία. Κι αν αυτά επιλέγουν να κάνουν zone out κλείνοντας τα αυτιά τους με ακουστικά, απασχολώντας τα μάτια τους χαζεύοντας σε οθόνες και τα χέρια τους χτυπώντας πληκτρολόγια, τότε σημαίνει ότι κάτι κάνατε στραβά. Μπορεί το ίντερνετ να είναι χρήσιμο εργαλείο για τη διάδοση της γνώσης και της ενημέρωσης, αλλά σε αυτή την ανυπόφορη χώρα αυτούς τους δύσκολους καιρούς, το ίντερνετ έχει γίνει αποκούμπι και παρηγοριά για να ξεχαστεί το μυαλό και να εκτονώνεται το πνεύμα.

Σήμερα μιλάμε και σκεφτόμαστε για το ίντερνετ, το «ασφαλές» θέμα που διάλεξαν οι σοφοί του υπουργείου παιδείας για να μη βρει αφορμή κάποιος νέος να θίξει στο γραπτό του αυτό το μπάχαλο που προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι κοινωνία. Κάποιο θέμα έπρεπε να βρεθεί… όπως κι από κάπου πρέπει να ξεκινήσει μια επανάσταση. Ας ξεκινήσει από το ίντερνετ.

*κατεβαίνω από το μικρόφωνο*

*βαριεστημένα τυπικά χειροκροτήματα*



9 Μαΐ 2011

Τι μας μαθαίνει το Hollywood

Μερικοί από εμάς προτίμησαν αντί να περάσουν την παιδική τους ηλικία κάνοντας φίλους, παίζοντας ποδόσφαιρο ή βγαίνοντας βόλτες με κορίτσια, να κάθονται σπίτι και να βλέπουν τηλεόραση. Αν η μοναδική σου πηγή πληροφόρησης για τον έξω κόσμο ήταν οι ταινίες, τότε θα ήσουν ένα πραγματικά πολύ μπερδεμένο παιδάκι που θα νόμιζε ότι ζει σε ένα κόσμο όπου με το παραμικρό τρακάρισμα τα αμάξια ανατινάζονται, όπου αν αρρωστήσεις κατά πάσα πιθανότητα θα έχεις μια σπάνια μετάλλαξη του ιού Εμπόλα κι όπου η σακούλα σκουπιδιών του γείτονα δεν περιέχει τα χαρτιά υγείας από την τουαλέτα του αλλά ένα πτώμα.

Για όλα αυτά φταίει το Hollywood. Παρακάτω είναι μερικά από τα πιο παράλογα πράγματα που μας έχει μάθει όλα αυτά τα χρόνια.


- Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τους γιατρούς.

Οι γιατροί στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι γύρω στα 30, πανέμορφοι κι έχουν τη συνήθεια να γαμιούνται μεταξύ τους. Πιο συχνά θα τους τύχει να θεραπεύσουν μια σπάνια μορφή καρκίνου ή μια λοίμωξη από έναν αρχαίο ξεχασμένο ιό παρά έναν πονόλαιμο ή μια γαστρεντερίτιδα. Όταν βρίσκονται εκτός νοσοκομείου, στο δρόμο, σε διακοπές, μέχρι και στο σούπερ-μάρκετ τυχαίνουν συνεχώς διάφορα σοβαρά ατυχήματα γύρω τους όπου αυτοί προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες.

 "Πετάχτηκα για ένα πακέτο τσιγάρα και βρέθηκε μπροστά μου αυτός ο τύπος που τον έχει καταπλακώσει ένα δέντρο. Αντί να φωνάξω ένα γερανό, ας ακούσω την καρδιά του με το στηθοσκόπιο όσο ο άλλος τον φωτίζει με τον φακό. Μπορεί να μη χρησιμεύουν πουθενά αυτά που κάνουμε, αλλά τουλάχιστον φαίνομαι cool μπροστά σε αυτό το γκομενάκι".

Κάθε ασθενής τους επηρεάζει προσωπικά και τους δίνει ένα μάθημα για τη δική τους ζωή, αν και στο τέλος του επεισοδίου τον έχουν ξεπεράσει. Σε γενικές γραμμές ζούνε ζωές συναρπαστικές και μια μέρα στη δουλειά δεν είναι ποτέ βαρετή. Ορίστε πώς είναι μια συνηθισμένη μέρα στο χειρουργείο 3 διαφορετικών νοσοκομείων:



Κάτι τέτοιες εικόνες είχα στο μυαλό μου όταν δήλωνα το μηχανογραφικό.

Αν ένας γιατρός είναι άνω των 50 τότε θα είναι ιδιοφυία. Σε αυτή την περίπτωση έχει το ελεύθερο να κάνει ό,τι γουστάρει, να αδιαφορεί για τον ασθενή, τους άλλους γιατρούς ή τον προϊστάμενό του και να γράφει στα παπάρια του την ιατρική δεοντολογία χωρίς καμία ουσιαστική επίπτωση. Αφού ο ασθενής θα κοντέψει να πεθάνει κάμποσες φορές, στο τέλος του επεισοδίου θα βρει τη σωστή μέθοδο για θεραπεία που θα του έρθει σαν θεία φώτιση όταν κάποιος δίπλα του πετάξει μια φαινομενικά άσχετη φράση.

Wilson: «Τα περιστέρια μού έχουν καταχέσει το μπαλκόνι».
House: «Αυτό είναι το βρήκα! Η δυσκοιλιότητα έχει προκαλέσει αποφρακτικό ειλεό που οφείλεται σε διαμεσεντερική κήλη! Θα πρέπει να του χορηγήσουμε αντιβιοτικό διάλυμα με λίγα φύλλα παπάγιας και τριμμένο τζίντζερ και σε μία ώρα θα είναι εντελώς υγιής να αγκαλιάζει την οικογένειά του και θα έρθουν μετά να με ευχαριστήσουν αλλά εγώ θα τους αγνοήσω επιδεικτικά».
Wilson: «Εεεμ, με το μπαλκόνι μου τι λες να κάνω?»


- Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τις φυλακές.

Οι μισοί προσπαθούν να πηδήξουν τους άλλους μισούς στα ντους. Ακόμα κι αν είναι μέσα μόνο για 4-5 χρόνια και μπορούν να δέχονται επισκέψεις ή να βγαίνουν με αναστολή για λίγες μέρες, δε θα μπορέσουν να αντισταθούν στο τριχωτό κωλαράκι του συγκρατούμενού τους όταν σκύβει να πιάσει το σαπούνι. Προφανώς στις φυλακές του Hollywood ακόμα κι αν μπεις str8, αυτομάτως μετά από λίγα χρόνια θα γίνεις ξαναμμένος βιαστής αντρών. Όσο πιο νταγλαράς είσαι, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να σε πιάσουν αυτές οι ορμές. Κάθε νέο τρόφιμο τον κάνουν σουρωτήρι για να του δείξουν ποιός είναι ο άντρας εκεί μέσα.


Οι φύλακες κατά κύριο λόγο είναι σαδιστές αγριάνθρωποι, πρόθυμοι να κάνουν τα στραβά μάτια στις τρυφερές συνευρέσεις στις ντουζιέρες ή στη διακίνηση των ναρκωτικών μες στις πτέρυγες, με αντάλλαγμα μερικά τσιγάρα ή μια χούφτα δολάρια. Αν πρόκειται για γυναικείες φυλακές, τότε οι φύλακες θα παρενοχλούν συνεχώς τις όμορφες κρατούμενες.

«Σήκω και βάλε τα χέρια σου στον τοίχο, πρέπει να σε ψάξω πάλι… Τι? Σε έψαξαν ήδη το πρωί?... Εεεεμ, είναιαιαι…ο κανονισμός… ναι, ναι ο κανονισμός λέει να σας ψάχνουμε εξονυχιστικά 3 φορές τη μέρα. Δύσκολη η δουλειά μας, άσε, αλλά πρέπει να τηρούμε κατά γράμμα το νόμο. Πώς? Τι είναι αυτό που σε πιέζει? Εεε, το γκλομπ μου είναι, το γκλομπ μου…»

Μπορεί να περνάνε δύσκολα μέσα στις φυλακές, αλλά ευτυχώς είναι εύκολο να αποδράσεις. Όλα τα κελιά πίσω από τους λεπτούς τοίχους τους συνδέονται με τεράστιους αεραγωγούς ή σωλήνες αποχέτευσης οι οποίοι οδηγούν έξω από τη φυλακή. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα κουτάλι να ανοίξεις μια τρύπα στον τοίχο και είσαι ελεύθερος.


- Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τη βαρύτητα.

Στο Hollywood αν ξέρεις καράτε η βαρύτητα δε σε αγγίζει, θα μπορείς να κάνεις σβούρες και να ρίχνεις κλωτσιές πετώντας στον αέρα για κανα τέταρτο.


Ανάλογα με την περίσταση όμως, μπορείς να μεταβάλλεις το βάρος σου και να το κάνεις να φτάσει μέχρι και τους 50 τόνους. Θυμήσου για παράδειγμα την επική αρχική σκηνή της ταινίας Goldeneye, όπου ο Μποντ προσπαθώντας να ξεφύγει από κάτι κακούς Ρώσους τρέχει να προλάβει ένα αεροπλάνο. Όταν το αεροπλάνο πέφτει στον γκρεμό, πέφτει κι ο Μποντ από πίσω του. Και μετά ακολουθεί μια σκηνή που θα έκανε το Νεύτωνα να κάνει όλα τα μήλα κομπόστα και να παρατήσει τη φυσική για να ασχοληθεί με το τραγούδι: ο Μποντ πέφτει γρηγορότερα από το αεροπλάνο, μάλιστα καταφέρνει και το φτάνει και μπαίνει και σαν κύριος από την πλαϊνή πόρτα!

Παρακάτω είναι το βιντεάκι αυτής της σκηνής.


- Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τις ψυχικές-διανοητικές ασθένειες.

Αν είσαι σχιζοφρενής, τότε είσαι δολοφόνος. Θα τριγυρνάς σε σκοτεινά σοκάκια με ένα πριόνι και θα κάνεις συλλογή από σπλήνες. Στο σπίτι αντί για γυάλα με χρυσόψαρο, θα έχεις ένα βαζάκι γεμάτο ανθρώπινα μάτια. Θα ακούς φωνές που θα σου λένε να πιείς το αίμα του γείτονα.

Ένας τυπικός τρόφιμος του Δρομοκαίτιου. Απ’ότι δηλώνει έχει σαν χόμπι να κουρεύει θάμνους με το πριόνι του. 

Αν όμως είσαι ψυχαναγκαστικός, αυτιστικός, ακόμα και διανοητικά καθυστερημένος τότε κατά πάσα πιθανότητα θα έχεις κάποια άλλη ιδιοφυή ικανότητα, για παράδειγμα θα έχεις φωτογραφική μνήμη, θα μπορείς να σπάσεις κωδικούς εθνικής ασφάλειας, θα κάνεις πολύπλοκες μαθηματικές πράξεις ή θα βοηθάς την αστυνομία λύνοντας πολύπλοκα εγκλήματα.

«Κάνε μου μια χάρη, επειδή αυτό είναι το κομπιούτερ της δουλειάς μου δείξε μου πώς σβήνεις τα σάιτ με τσόντες από το ιστορικό και μετά θα σε προστατεύσω από όσους τρομοκράτες θέλεις» Bruce Willis - Mercury Rising.


- Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τους στρατιώτες.

Οι στρατιώτες του Hollywood είναι τσιτωμένοι μύες που έχουν στην κορυφή ένα κεφάλι που μιλάει. Ζυγίζουν γύρω στα 200 κιλά τα 150 των οποίων είναι στεροειδείς ορμόνες. Έχουν υπεράνθρωπες δυνάμεις, κουβαλάνε τεράστια αυτόματα όπλα που εκτοξεύουν 1500 σφαίρες το δευτερόλεπτο και τα οποία δε χρειάζεται να τα κάνουν reload σχεδόν ποτέ, ενώ την περόνη από τις χειροβομβίδες τη βγάζουν μόνο με τα δόντια τους.

Ο στρατιώτης Άρνολντ κρατάει στα χέρια του μια πολυκατοικία κι ετοιμάζεται να την πετάξει.

Ξέρουν όλες τις πολεμικές τέχνες και παρόλες τις ικανότητές τους να βγάζουν την καρωτίδα του άλλου με τα δόντια ή να αντέχουν τραύματα από δέκα σφαίρες και 30 εκρήξεις, δε θα αντέξουν τον πόνο αν τους δαγκώσει στο χέρι μια γυναίκα ή αν τους πατήσει με δύναμη το πόδι με το τακούνι της. Απαραίτητο αξεσουάρ τους είναι ένα τεράστιο μαχαίρι-χατζάρα για να ξεκοιλιάσουν κάποιον προς το τέλος της ταινίας. Ενίοτε έχουν κι άλλα πιο ασήμαντα όπλα, απλά και μόνο επειδή είναι cool.

"Μπορεί ένα μυδραλιοβόλο να ήταν πιο χρήσιμο, αλλά το τόξο αναδεικνύει καλύτερα τα μπράτσα μου." -Rambo.

Δε φοράνε ποτέ κράνος, ούτε αλεξίσφαιρο, ενώ το καμουφλάζ τους περιορίζεται σε λίγες γραμμές πράσινης μπογιάς στο πρόσωπο.

Μαύρος sidekick: Ρε Άρνολντ, δε θα ήταν καλύτερα να φόραγες έστω ένα χακί μπλουζάκι για καμουφλάζ? I mean, come on, έχεις ζωγραφίσει μόνο μια γραμμή στο δεξί σου μάγουλο, πιστεύεις ότι είναι αρκετό? Άσε που τα φουσκωμένα μπράτσα σου γυαλίζουν και φαίνονται από χιλιόμετρα.
Άρνολντ: Τα μπράτσα μου δεν είναι για να καμουφλάρονται αλλά για να φαίνονται, δεν κατέστρεψα εγώ ένα συκώτι για να φουσκώσουν και μετά να τα κρύβω. Βούλωστο τώρα γιατί ακούει και το γκομενάκι.


- Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τις συμπτώσεις.

Αν είσαι γιατρός θα γίνει δίπλα σου ένα ατύχημα, αν είσαι αστυνομικός θα γίνει κοντά σου ένας φόνος, αν είσαι υπερ-ήρωας θα απαγάγει τη γκόμενά σου ένας μεταλλαγμένος, αν είσαι χάκερ θα γίνει μια ηλεκτρονική επίθεση και θα χρειαστούν τη βοήθειά σου, αν είσαι χημικός θα σου ζητήσουν να απενεργοποιήσεις ένα χημικό όπλο, αν είσαι γυναίκα θα ερωτευτείς, αν είσαι άντρας θα έχεις για βοηθό sidekick μια όμορφη γυναίκα.

Αυτή εδώ είναι μια πυρηνική φυσικός, βοηθός του James Bond, ονόματι Dr. Christmas Jones, που απενεργοποιεί πυρηνικές κεφαλές στο Αζερμπαϊτζάν. Δεν το έβγαλα από το μυαλό μου, αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος, το outfit και το όνομά της στην ταινία του James Bond, The world is not enough.

Στην πρόσφατη ταινία Unknown με τον Liam Neeson, ο Liam έχει το ρόλο ενός αμερικανού που πηγαίνει για ένα συνέδριο στο Βερολίνο και στο δρόμο προς το ξενοδοχείο έχει ένα ατύχημα με το ταξί και χάνει όλα του τα στοιχεία. Βρίσκεται τελοσπάντων μπλεγμένος σε ένα παράλογο σενάριο και προσπαθώντας να βρει μια άκρη ψάχνει τον ταξιτζή μπας και τον βοηθήσει. Πώς νομίζεις ότι είναι ο ταξιτζής? Κλασσικός λαϊκός τύπος με κοιλιά και τρίχα στο στέρνο που ακούει Έρα-Σπορ ή τον αντίστοιχο αθλητικό ραδιοφωνικό σταθμό του Βερολίνου? Μήπως είναι νεαρός? Γέρος? Έστω μεσήλικη γυναίκα?

Όχι, ο ταξιτζής ήταν αυτή εδώ.

Το φόρεμα και τα παπούτσια τα αγόρασε με τα γενναιόδωρα πουρμπουάρ που της άφηναν οι άντρες πελάτες στο ταξί.

Γενικά, εκτός από τη φοβερή σύμπτωση οι πρωταγωνιστές να βρίσκουν στο διάβα τους όμορφες γυναίκες, συμβαίνει και η άλλη σύμπτωση να μην τους πετυχαίνει καμία σφαίρα ή όταν τους πετυχαίνουν σφαίρες να τραυματίζονται σε non-lethal σημεία, όπως χέρι, πόδι, ώμο ή χαμηλά στο στομάχι. Τα σημεία αυτά στην πραγματική ζωή είναι totally lethal για παράδειγμα στο χέρι αν τρυπήσει η βραχιόνια αρτηρία στραγγίζει ο άλλος από αίμα μέσα σε ένα τέταρτο, εξίσου και στο πόδι με τη μηριαία, ενώ στην περιοχή της κοιλιάς μπορείς να αποχαιρετίσεις συκώτι, σπλήνα ή λίγο λεπτό έντερο. Παρόλαυτα στο Hollywood τα ξεπερνάνε όλα γρήγορα αρκεί να put pressure on it.

Το μόνο σκηνικό στο οποίο την έχεις πουτσίσει σίγουρα είναι αν βρίσκεσαι στον πόλεμο, δεν είσαι πρωταγωνιστής και πεις κάτι με το οποίο μπορεί να δεθεί συναισθηματικά μαζί σου ο θεατής, όπως ότι σου λείπει η οικογένειά σου. Ο θάνατος είναι πιο σίγουρος κι από το να περπατήσεις στην Ομόνοια βράδυ ολομόναχος.

-Καλά πώς το έπαθε αυτό? Ποιός τον πυροβόλησε?
-Δεν ξέρω λοχαγέ, μας έλεγε πόσο του λείπει η γυναίκα του κι η μικρή νεογέννητη κόρη του και ξαφνικά έγιναν τα άντερά του ομελέτα.

Πάντως μιας και μιλάμε για συμπτώσεις, αυτό εδώ το βίντεο δείχνει πόσο μικρός είναι ο κόσμος (του Hollywood):



-Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τα εθνικά στερεότυπα.

Όλοι οι Ασιάτες ξέρουν καράτε, είναι κοντοί, μικροκαμωμένοι και μπορούν να σε τουλουμιάσουν στο ξύλο πιο γρήγορα απ'το να πεις σούσι. Οι Ρώσοι κατά κύριο λόγο είναι τρομοκράτες με προφορές πιο βαριές κι από τα κιλά που σηκώνει ο Σταλόνε, οι Αφρικανοί είναι ανθρωποφάγοι, οι Μεξικανοί έμποροι ναρκωτικών, οι Άγγλοι είναι τζέντλεμεν, οι Ιταλοί μαφιόζοι και οι Γάλλοι φλώροι.

Στο Hollywood θέλοντας να είναι politically correct χρησιμοποιούν λευκούς και μαύρους ηθοποιούς, για να έχουν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, να στοχεύουν και στο έγχρωμο κομμάτι του target group και να μην κατηγορηθούν ως ρατσιστές. Επειδή όμως το (ανύπαρκτο)white pride δεν έχει εκλείψει από το υποσυνείδητο πολλών ανθρώπων, στη συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών οι μαύροι χρησιμοποιούνται σαν sidekicks-βοηθοί.

Δες εδώ μερικές χαρακτηριστικές αφίσες:
black sidekick #1

 black sidekick #2

black sidekick #3

 black sidekick #4

 black sidekick #5

 black sidekick #6

 black sidekick #7

 black sidekick #8

Στις ταινίες όπου πρωταγωνιστεί μαύρος ηθοποιός, ο sidekick ποτέ δεν είναι λευκός. Θα είναι κι αυτός μαύρος


ή κάποιας άλλης εθνικής μειονότητας

chinese sidekick

Το Hollywood δεν περιορίζεται μόνο στο χρώμα αλλά χρησιμοποιεί σαν sidekick και οποιονδήποτε άλλον διαθέτει χαρακτηριστικά που παρεκλίνουν από το πρότυπο "λευκός, όμορφος πρωταγωνιστής", όπως:
 fat sidekick #1

fat sidekick #2

 Κοκκινοτρίχης sidekick

All-the-different-colours-and-shapes sidekicks


- Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τα αυτοκίνητα.

Συνήθως τα άτομα που οδηγούν στις ταινίες κουνάνε το τιμόνι δεξιά κι αριστερά κι ας το αμάξι πηγαίνει ευθεία, ενώ ποτέ δε φαίνονται να αλλάζουν ταχύτητες ή να σταματάνε σε φανάρια. Αφήνουν πάντα ρέστα στους ταξιτζήδες(«keep the change») κάτι που είναι λογικό μιας και οι ταξιτζήδες του Hollywood υπακούνε πάντα όταν τους λες «follow that car!».  Αν έλεγες σε έναν έλληνα ταξιτζή «Γρήγορα, ακολούθησε αυτό το αμάξι!» πιθανότατα ο ταρίφας να σου απαντούσε «φιλαράκο, δώσε μου πέντε λεπτάκια να πετάξουμε τη μανταμίτσα λίγο πιο κάτω που βιάζεται και μετά ακολουθώ όποιον θες. Εσείς κύριε πού πάτε? Μπείτε, μπείτε στο δρόμο μας είστε κι εσείς, θα κάνουμε μια μικρή παρακαμψούλα αλλά όλοι θα εξυπηρετηθείτε!»

Τα αμάξια του Hollywood δεν τα κλειδώνουν ποτέ, πολλές φορές δε μπαίνουν καν στον κόπο να τους ανεβάσουν ούτε τα παράθυρα, μπορείς να ανάψεις τη μηχανή απλά αν βραχυκυκλώσεις μερικά καλωδιάκια κάτω από το τιμόνι, ενώ με την παραμικρή σύγκρουση εκρήγνυνται λες και αντί για βενζίνη είναι γεμάτα με νιτρογλυκερίνη. Όταν πέφτουν από γκρεμό καμιά φορά εκρήγνυνται πριν καν φτάσουν στον πάτο, λες και ανατινάχτηκαν στον αέρα από την τρομάρα τους. Στην πραγματική ζωή ένα κανονικό αμάξι είναι πολύ δύσκολο να ανατιναχτεί μετά από σύγκρουση, θα πρέπει να έχει τρυπήσει το ντεπόζιτο της βενζίνης, να έχει στάξει μεγάλη ποσότητα στο δρόμο και να υπάρχει και κάποια πηγή φωτιάς τριγύρω για να την αναφλέξει.

 «Wtf, ακούμπησα σε αυτό το αμάξι να δέσω τα κορδόνια μου κι αυτό ανατινάχτηκε. Θα κάνω τον Κινέζο, ευτυχώς έχω αφήσει μούσι και δε θα με αναγνωρίσουν».


- Τι μας μαθαίνει το Hollywood για τους αστυνομικούς.

Με τόσες πολλές αστυνομικές σειρές που υπάρχουν και με ένα φόνο τουλάχιστον σε κάθε επεισόδιο αυτό σημαίνει ότι στο Hollywood θα πρέπει να γκρεμίζονται οι πολυκατοικίες και να ανοίγουν νεκροταφεία.

Κάθε 10 δευτερόλεπτα στο Hollywood σκοτώνεται κι από ένας κομπάρσος.

Στην περίπτωση που υπάρχει ένας εξωτερικός συνεργάτης της αστυνομίας π.χ. ένας ψυχαναγκαστικός πρώην ντετέκτιβ(Monk), μια μαθηματική διάνοια(Numb3rs), ένας διάδοχος του Uri Geller(Mentalist), ένα ανήλικο κορίτσι(Veronica Mars), ένας παρανοϊκός επιστήμονας(Fringe) ή ένα μέντιουμ(Medium), τότε οι απλοί αστυνομικοί θα είναι τελείως άχρηστοι, θα συλλαμβάνουν πάντα τον λάθος ύποπτο και θα αγνοούν συνεχώς τη γνώμη του ιδιοφυούς συνεργάτη ξεχνώντας ότι σε κάθε επεισόδιο αυτός είχε πάντα δίκιο.

Αν δεν υπάρχει εξωτερικός συνεργάτης, μόνο τότε η αστυνομία τα καταφέρνει μια χαρά. Συνήθως μια μικρή ομάδα αναλαμβάνει τα πάντα, για παράδειγμα στη σειρά CSI και στα άπειρα spin-off κλώνους της μια ομάδα από εγκληματολόγους αναλαμβάνει να βρεθεί στη σκηνή του εγκλήματος, να συλλέξει τα στοιχεία, να ανακρίνει τους μάρτυρες, να αναλύσει τα στοιχεία, να κάνει background check ή οτιδήποτε άλλο προσποιούνται ό,τι ελέγχουν, να καταδιώξει υπόπτους, να απενεργοποιήσει βόμβες, να πιάσει τρομοκράτες και όλα αυτά ενώ βρίσκουν χρόνο να ασχοληθούν και με τα δικά τους προσωπικά ζητήματα. 

Αρχίζω να πιστεύω ότι στα επεισόδια που δεν έχω δει θα τους δείχνει να κάνουν και τις υπόλοιπες δουλειές του τμήματος, δηλαδή να καθαρίζουν τουαλέτες, να πλένουν τα τζάμια, να ξεβουλώνουν την αποχέτευση κτλ.

Ανάμεσα στις τόσες δουλειές τους ποζάρουν και για μοντέλα.

Είναι εντυπωσιακό πάντως πώς τους κάθεται τόσο βολικά και συμβαίνει μόνο ένας φόνος κάθε βδομάδα. Αν συμβεί και δεύτερος φόνος μες στην ίδια εβδομάδα, τότε οι φόνοι θα συνδέονται μεταξύ τους.



Η λίστα με τα κουλά του Hollywood θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’άπειρον με τα κλασικά χιλιοειπωμένα κλισέ όπως των νίντζα που στριφογυρίζουν κι επιτίθενται ένας ένας, των κακών που βγάζουν λόγο πριν σκοτώσουν τον πρωταγωνιστή δίνοντάς του την ευκαιρία να δραπετεύσει, τα κινητά που δεν έχουν μπαταρία ή σήμα την πιο κρίσιμη στιγμή, τις κλισέ μαγκιές των ηρώων όπως το «is that the best you can do?» που λένε όταν έχουν φάει μόλις μια τόσο δυνατή μπουνιά που είναι ικανή να ξεγράψει από τη μνήμη τους τις αναμνήσεις από ολόκληρη την τρίτη γυμνασίου, ή τις βόμβες με τους μεγάλους κόκκινους αριθμούς που μετράνε αντίστροφα κάνοντας μπιπ μπιπ, αλλά θα σταματήσω εδώ γιατί αρκετά ασχοληθήκαμε με το Hollywood και τις αηδίες του.

Καλύτερα άσε το Hollywood στους καμένους οπαδούς του και βγες μια βόλτα έξω. Η ζωή είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τον κινηματογράφο. Και πιο παράλογη. Κι εντελώς πιο απρόβλεπτη.

Εγώ πάντως πάω να κατεβάσω καμιά ταινιούλα.

2 Μαΐ 2011

Το πείραμα του Milgram και άλλες ιστορίες

Κάπου κοντά στο 1974 ένας καθηγητής του πανεπιστημίου Γέιλ ονόματι Milgram έκανε ένα πολύ ενδιαφέρον ψυχολογικό πείραμα. Ξέρω ότι δε σε ενδιαφέρει καθόλου να μάθεις γι’αυτό το πείραμα, πιθανότατα το μόνο που σε νοιάζει είναι αν θα γίνει αναδιάρθωση του χρέους, πώς θα χάσεις τα κιλά του Πάσχα και αν τα πλιέ και τα αν πασάντ της Ελεονόρας Μελέτη ήταν όντως τόσο άσχημα για να αξίζει το 7 στο Dancing with the (wannabe) Stars

Ναι, τα πλιέ και τα αν πασάντ της ήταν τόσο άσχημα κι ακόμα χειρότερα, αλλά στις πρόβες περνάει υπέροχα κι αυτό βγαίνει στο κοινό, τα κιλά του Πάσχα δε θα τα χάσεις ποτέ αλλά θα μείνουν μόνιμο σουβενίρ στην κοιλιά σου αν είσαι άντρας ή στα μπούτια σου αν είσαι γυναίκα κι η «αναδιάρθρωση» είναι μια φανταστική έννοια που κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει ακριβώς, επινοημένη από τα κανάλια και την κυβέρνηση για να σε κρατάνε συνεχώς τρομαγμένο με όλα αυτά τα σενάρια καταστροφολογίας, στην προσπάθειά τους να σε πείσουν ότι αν δε δεχτείς τα νέα μέτρα που θέλουν να σου επιβάλλουν θα πτωχεύσεις, θα πεινάσεις, και θα σβηστούν κι όλες οι τσόντες που κατέβαζες τόσα χρόνια στον υπολογιστή σου.

Τώρα που έλυσα όλα τα προβλήματα που σε απασχολούν θα σου πω για το πείραμα του Milgram. Το πείραμα αυτό είναι ένα από τα πολλά ψυχολογικά πειράματα που έγιναν κατά καιρούς κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Αν δεν είσαι ένας εντελώς απαίδευτος λεχρίτης που το μόνο που διαβάζεις είναι το tv guide, τότε ίσως έχεις ακούσει για παρόμοια πιο γνωστά ψυχολογικά πειράματα όπως τα σκυλιά του Παβλώφ, τη γάτα του Schroedinger, τις χελώνες του Hawking, τις μαϊμούδες του Borel ή το Big Brother του Μικρούτσικου. Μπορεί για όλα τα παραπάνω να χρησιμοποιήθηκαν ζώα κι οι ονομασίες τους να θυμίζουν χορηγούς ζωολογικού κήπου αλλά feel free to google them, είναι όλα υπαρκτά πειράματα-προβληματισμοί. Οκέι εκτός από το τελευταίο το Big Brother, αυτό είναι απλά ζωολογικός κήπος.

Το πείραμα του Milgram έχει ως εξής:

Καθίζουν έναν ανυποψιαστό εθελοντή(Τ) μπροστά από ένα μικρόφωνο και μία κονσόλα γεμάτη διακόπτες. Ένας υποτιθέμενος γιατρός-επιστήμονας(Ε) του εξηγεί ότι θα συνομιλεί μέσω του μικροφώνου με ένα άτομο σε άλλο δωμάτιο(L) στον οποίο πρέπει να κάνει κάποιες ερωτήσεις. Αν το άτομο στο άλλο δωμάτιο απαντάει λάθος, τότε ο ανυποψίαστος εθελοντής θα κατεβάζει ένα διακόπτη και θα χτυπάει με ρεύμα μικρής τάσης το άτομο που βρίσκεται στο άλλο δωμάτιο(L). Με κάθε λάθος απάντηση θα κατεβάζει κι από ένα διακόπτη και η τάση που θα δέχεται ο άλλος θα είναι συνεχώς αυξανόμενη.

Είναι σαν μια παραλλαγή του Πλάκα Κάνεις με λιγότερο εκνευριστικούς παρουσιαστές και χωρίς χρηματικό έπαθλο στο τέλος.

Το άτομο που δέχεται το ρεύμα στο άλλο δωμάτιο είναι κι αυτός μες στο κόλπο, στην πραγματικότητα δεν του χορηγείται ρεύμα απλά προσποιείται ότι πονάει βγάζοντας κραυγές πόνου για να τις ακούει ο ανυποψίαστος εθελοντής. Σκοπός του πειράματος είναι να δουν πόση ώρα ο εθελοντής θα χορηγεί ρεύμα και θα βασανίζει τον άλλον μόνο και μόνο επειδή του το επιβάλλει μια φιγούρα εξουσίας.

Κάθε φορά που ο ανυποψίαστος εθελοντής δηλώνει ότι δε νιώθει άνετα να βασανίζει κάποιον για χάρη ενός πειράματος, ο γιατρός-επιστήμονας του λέει φράσεις όπως: «Είναι απολύτως απαραίτητο να συνεχίσεις», «Δεν έχεις άλλη επιλογή πρέπει να συνεχίσεις» και άλλα τέτοια, δηλαδή τον προτρέπει να συνεχίσει χωρίς όμως να το δικαιολογεί ικανοποιητικά και με επιχειρήματα. Τελικά το πείραμα απέδειξε ότι ένας σοκαριστικά μεγάλος αριθμός ανθρώπων συνέχισαν να βασανίζουν το υποτιθέμενο θύμα τους, φτάνοντας στο σημείο να του χορηγούν μέχρι και φονικές δόσεις ηλεκτρισμού μόνο και μόνο επειδή τους το επέβαλλε κοφτά μια φιγούρα εξουσίας με άσπρη ποδιά.

Αυτό είναι τροφή για σκέψη.

Πειραματόζωο σε μια παραλλαγή του πειράματος του Milgram έγινε ο phantom σήμερα, καθώς πήγα μετά από καιρό στο νοσοκομείο γιατί έπρεπε να καλύψω μια εφημερία για να δώσω ένα μάθημα που χρωστάω. Αν δεν έχεις άλλα ενδιαφέροντα στη ζωή σου και διαβάζεις όλα μου τα ποστ τότε θα έχεις παρατηρήσει ότι τελευταία δε γράφω πολλές ιστορίες από νοσοκομεία κι η γκάμα των ποστ μου περιορίζεται μόνο σε αστείες εξυπνάδες λες κι αποφάσισα να σταματήσω την ιατρική και να ξεκινήσω stand up comedy. Αυτό συμβαίνει γιατί πλέον δεν πηγαίνω πολύ συχνά στα νοσοκομεία, όλες οι απαραίτητες κλινικές έχουν σχεδόν καλυφτεί και το μόνο που κάνω είναι να διαβάζω και να κατεβαίνω μια στο τόσο στη σχολή να δίνω μαθήματα, ενώ στον ελεύθερό μου χρόνο γράφω αστείες εξυπνάδες στο blog και φέρνω στα όρια της αντοχής της μια συγκεκριμένη κοπέλα.

Έχοντας λοιπόν να καλύψω μια εφημερία βρέθηκα το πρωί στο νοσοκομείο και χωρίς να το ξέρω θα αποτελούσα το ανυποψίαστο θύμα ενός ιδιότυπου πειράματος Milgram που θα συνέβαινε πολύ σύντομα και στο οποίο ο γιατρός-φιγούρα εξουσίας δε θα ήταν καθόλου υποτιθέμενος και το θύμα δε θα ήταν καθόλου μες στο κόλπο, αλλά θα βασανιζόταν αληθινά…

Μαζευτήκαμε 4 φοιτητές όλα αγόρια, και οι 2 πρώτες ώρες μας στους θαλάμους κύλησαν φυσιολογικά. Πήραμε ιστορικά, βοηθήσαμε να συλλέξουμε αίματα και στην επίσκεψη των καθηγητών στους θαλάμους κρατούσαμε σημειώσεις και προσπαθούσαμε να δείχνουμε προσηλωμένοι σε όσα μας έλεγαν ενώ από μέσα μας ευχόμασταν μην αρχίσουν να μας ρωτάνε πράγματα που δεν ξέρουμε. 

Μισή ώρα πριν λήξει η εφημερία, σκάει μύτη ένας γιατρός εξηντάρης γκριζομάλλης κι εντελώς φουρκισμένος για κάποιον άγνωστο λόγο. Φαινόταν τόσο τσαντισμένος λες και μόλις έμαθε ότι η γυναίκα του τον απατά. Και μετά να του είπαν ότι του τράκαραν και το αμάξι. Σαν να έμαθε δηλαδή ότι του τράκαρε το αμάξι αυτός με τον οποίο τον απατούσε η γυναίκα του, τόσο τσαντισμένος ήταν. Ήρθε σαν σίφουνας στην αίθουσα που συζητούσαμε για τους φακέλους των ασθενών κι άρχισε να βρίζει το κράτος που δεν πληρώνει, που δε διορίζει γιατρούς και που γενικά έχει κάνει ένα «νοσοκομείο μπουρδέλο» -φράση κλισέ που με παραξενεύει κάθε φορά που την ακούω γιατί έχω την εντύπωση πως τα μπουρδέλα μια χαρά οργανωμένα είναι. 

Καθώς ο τσαντισμένος γιατρός τα έχωνε, ένας συμφοιτητής δίπλα μου βγάζει και τσεκάρει διακριτικά το κινητό του. Τι το ήθελε? Τον βλέπει ο γιατρός που ωρυόταν κι άρχισε να μας βρίζει για το πόσο έχει χαλάσει η νεολαία κι ότι οι νέοι γιατροί θα βγουν χασάπηδες κι ότι το μόνο που κάνουν οι φοιτητές είναι να πίνουν φραπέδες στο κυλικείο και να ανταλλάσσουν τηλέφωνα με τις φοιτήτριες της νοσηλευτικής.

Με τα πολλά μας σήκωσε από εκεί που καθόμασταν και μας πήρε μαζί του σε μια γύρα σε έναν πιο ζόρικο θάλαμο ακριβώς δίπλα στα εφημερεύοντα. Έτσι τσαντισμένο που τον είδαμε νομίζαμε ότι θα μας βάλει να συλλέξουμε αίματα ακόμα κι από τις γάτες στο προαύλιο και μετά να μαζέψουμε ιστορικά από όσους κάθονταν στα Έβερεστ απέναντι, αλλά τελικά σκυλί που γαβγίζει δε δαγκώνει, μας έδειξε κάποιες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις για κανα 20λεπτο και μετά προσποιήθηκε ότι είχε κάποια δουλειά κι έπρεπε να φύγει. Τελικά αυτοί που γκρινιάζουν είναι αυτοί που ενδιαφέρονται λιγότερο. Λίγο πριν φύγει όμως μας ρωτάει: «Ποιός θέλει να βάλει έναν καθετήρα Foley?».

Καθετήρα Foley είχα βοηθήσει να βάλουν μια φορά όταν κάναμε ουρολογία κι ενώ είναι σχετικά απλή και συνηθισμένη διαδικασία θυμάμαι είχαμε δυσκολευτεί. Καθετήρας Foley σε απλά ελληνικά είναι ένα σωληνάκι που μπαίνει από την ουρήθρα του/της ασθενούς για να συλλέγει τα ούρα ή να εγχύει σκιαγραφική ουσία. 

Μόλις έκανε την ερώτηση ποιος θέλει να βάλει τον καθετήρα εμείς μείναμε μουγγοί για το επόμενο λεπτό. Συνήθως it goes down ως εξής: Ένας καθηγητής ζητάει έναν εθελοντή-φοιτητή για αγγαρεία, σχεδόν ποτέ δεν προσφέρεται κανείς και στο τέλος διαλέγει έναν με το ζόρι. Όσο δε μιλούσε κανείς και απλά περιμέναμε να προσφερθεί ένας από τους 4 μας ένιωθα την οργή του γιατρού σιγά σιγά να επανέρχεται. Κι επειδή τώρα τελευταία αρκετή γκρίνια δέχομαι από τα αγαπημένα μου πρόσωπα για να την υπομένω κι από έναν άγνωστο, προσφέρθηκα να τον βάλω εγώ.

Πήγαμε σε ένα θάλαμο που είχε μόνο 2 άτομα. Ο γιατρός έδιωξε τους 2-3 συγγενείς που χαζεύανε στην τηλεόραση, έκλεισε την πόρτα και μείναμε εγώ, αυτός, οι άλλοι 3 συμφοιτητές και οι 2 ξαπλωμένοι γέροι ασθενείς. Μου δίνει το Foley και μια αλοιφή. «Ξεκίνα».

«Αν μπορείτε να με καθοδηγήσετε γιατί είναι μόνο η δεύτερη φορά που βάζω καθετήρα», του λέω.

Ο γιατρός ξεφύσηξε αποδοκιμαστικά κι έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν να λέει άκου-τι-είπε-το-μαλακισμένο, αλλά ευτυχώς συγκρατήθηκε και δε με πρόσβαλλε μπροστά στον ασθενή.

«Είναι πιο απλό κι από το να βάζεις σκουλαρίκι. Ξεκίνα σε παρακαλώ γιατί δεν έχουμε χρόνο».

Ήθελα να του πω ότι δεν έχω βάλει ποτέ σκουλαρίκι, αλλά δεν το τόλμησα. Γύρισα στον παππού και του ζήτησα να κατεβάσει το παντελόνι του. Ο παππούς ενώ τόση ώρα καθόταν χαλαρός και χάζευε στην τηλεόραση μόλις άκουσε την ερώτησή μου πετάχτηκε πάνω και φώναξε:

«Όχι! Άλλο δάχτυλο στον κώλο δε θα μου βάλετε! Ήρθα για να με κάνετε καλά κι εσείς μόνο που δε με έχετε πηδήξει ακόμα! Τόσα μέσα έχετε, ακτινογραφίες, μαγνητικές, αντί να χρησιμοποιήσετε αυτά πάτε και βάζετε τα χέρια σας στον κώλο μου?»

Ο παππούς προφανώς νόμισε ότι θα του έκανα εξέταση προστάτη (στην οποία βάζεις ένα δάχτυλο από πίσω και αγγίζεις τον διογκωμένο προστάτη, it is brutal το ξέρω αλλά είναι η καλύτερη τεχνική για την ανίχνευση του προστάτη, ο οποίος μάλιστα είναι η πιο συχνή πάθηση στους άντρες –κοινώς πιθανότατα πολλοί από εμάς τα αγόρια θα φάμε ένα δάχτυλο κάποια στιγμή). Απ’ότι φαίνεται του είχαν κάνει ήδη δύο εξετάσεις προστάτη μέχρι τώρα και φαινόταν πως προτιμούσε να ζωστεί με εκρηκτικά και να ανατινάξει το νοσοκομείο παρά να του κάνουν και τρίτη.

«Δε θα σας ψάξω για προστάτη κύριε, θα σας βάλω μόνο αυτό τον καθετήρα».

«Από πού θα μου τον βάλεις? Από τον κώλο?».

«Εχμ όχι, από μπροστά».

«Από τη μύτη?»

«Από την ουρήθρα».

«Κι η ουρήθρα βρίσκεται εκεί που φαντάζομαι?»

«Εεε, η ουρήθρα βρίσκεται στο πέος.»

Ο παππούς άσπρισε αλλά δεν αντέδρασε γιατί εκείνη τη στιγμή επενέβη ο καθηγητής-γιατρός ο οποίος τον ξάπλωσε και του κατέβασε τα παντελόνια σχεδόν με το ζόρι, ενώ παράλληλα σιγομουρμούριζε λέγοντάς μου ότι «αν μιλάς φοβισμένα και διστακτικά στους ασθενείς τους μεταδίδεις το φόβο σου και μετά δε συνεργάζονται» με το οποίο δε μπορούσα να διαφωνήσω.

Βρέθηκα λοιπόν μπροστά στον γυμνό από τη μέση και κάτω κυριούλη, έχοντας βάλει τα γάντια μου και κρατώντας στο ένα χέρι μια λιπαντική αναισθητική αλοιφή υδροχλωρικής λιδοκαίνης και στο άλλο χέρι τον καθετήρα. Πιάνω το πέος του με το δεξί μου χέρι και εγχύω την αλοιφή μέσα στην ουρήθρα του. Περίμενα λίγο να δράσει το αναισθητικό της αλοιφής και μετά ξεκίνησα να βάζω το σωληνάκι του καθετήρα. Για να καταλάβεις τη διαδικασία σκέψου ότι το να περάσεις μέσα από τη στενή ανδρική ουρήθρα ένα αρκετά μεγάλο σωληνάκι, είναι σαν να προσπαθείς να περάσεις μια κλωστή μέσα από τη τρύπα μιας βελόνας μόνο που η κλωστή είναι ο καθετήρας και η τρύπα της βελόνας είναι η ουρήθρα ενός πέους, το οποίο πέος είναι προσκολλημένο σε έναν άνθρωπο που συνεχώς διαμαρτύρεται.

Ξέρω ότι όποιο αγόρι διαβάζει, αυτή τη στιγμή έχει κλείσει σφιχτά τα πόδια του.

Κατάφερα να εισχωρήσω τον καθετήρα στην κορυφή της ουρήθρας αλλά δεν έμπαινε πιο βαθιά.

Έσπρωχνα ελαφρά αλλά ο ασθενής έδειχνε να πονάει.

«Δεν μπαίνει πιο βαθιά», δήλωσα το αυτονόητο στον καθηγητή.

«Συνέχισε, θα μπει».

Έσπρωχνα πολύ απαλά αλλά μάταια.

«Τίποτα».

«Βγες και ξαναμπές» μου είπε ο καθηγητής.

Έκανα τόση ώρα να το βάλω στην κορυφή της ουρήθρας και τώρα μου λέει να βγω? Βγήκα, προσπάθησα να κεντράρω καλύτερα και μετά από 2 λεπτά ξαναμπήκα. Δεν προχωρούσε πιο βαθιά ούτε τώρα.

«Όχι, ούτε τώρα μπαίνει». Είχα ιδρώσει.

«Συνέχισε να προσπαθείς, μη σταματάς» μου έλεγε, ακριβώς όπως θα έπρεπε να κάνει κι  ο γιατρός-φιγούρα εξουσίας στο πείραμα Milgram. Δε μου έδωσε καμία άλλη οδηγία, απλά μου έλεγε να συνεχίσω. Ο ασθενής όσο πήγαινε βογκούσε πιο πολύ.

«Έχω διαβάσει ότι η υπερπλασία προστάτη μπορεί να δυσκολεύσει τον καθετηριασμό, μήπως έχει προστάτη και γι’αυτό δε μπαίνει?», τον ρώτησα.

«Προσπάθησε λίγο ακόμα και θα μπει», συνέχισε το χαβά του ο καθηγητής. Ούτε κασέτα να είχε καταπιεί και να την είχε βάλει στο repeat. Οι 3 συμφοιτητές κάθονταν πιο πίσω και με κοιτούσαν με σοβαρό ύφος σκεφτόμενοι πόσο τυχεροί ήταν που δεν προσφέρθηκαν αυτοί να βάλουν τον καθετήρα.

Έλεγα του ασθενή να χαλαρώσει και να πάρει βαθιές εισπνοές αλλά τίποτα. Ο καθετήρας είχε μουλαρώσει κι ο ασθενής πόναγε. Εκείνη ήταν η στιγμή που μου ήρθε στο μυαλό το πείραμα Milgram, θυμήθηκα ότι το είχα ακούσει πολύ πρόσφατα και τώρα το ζούσα. Έκανα ό,τι μου έλεγε μια φιγούρα εξουσίας με άσπρη ποδιά, ενώ εγώ συνέχιζα να βασανίζω έναν άνθρωπο. Ποιός ήταν αυτός ο καθηγητής στην τελική? Επειδή μπήκε φουριόζος στο γραφείο των γιατρών ένας τύπος με άσπρη ποδιά και μας κατσάδιασε σημαίνει ότι ήταν γιατρός? Κι αν ήταν κανένας sociopath που την έβρισκε με το να κάνει manipulation σε φοιτητές ώστε να βασανίζουν ασθενείς?

Ευτυχώς ο καθηγητής δεν ήταν sociopath και κάποια στιγμή βαρέθηκε να με βλέπει να παιδεύομαι και να παιδεύω και τον παππού κι αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, με απομάκρυνε κάπως απότομα, πήρε τον καθετήρα και μέσα σε 2 λεπτά τον είχε βάλει. Μας εξήγησε στα γρήγορα τι πιθανότατα έκανα λάθος (το οποίο πάνω στην ένταση της στιγμής δεν το κατάλαβα –δηλαδή τζάμπα παιδέψαμε τον παππού, ακόμα δεν ξέρω να βάζω σωστά καθετήρα) και φύγαμε.

Σέβομαι την καλή διάθεση του καθηγητή να με βοηθήσει να μάθω, τον ευχαρίστησα και το εκτίμησα γιατί λίγοι είναι αυτοί που ενδιαφέρονται να μας δείξουν, αλλά εμένα δε λέει να μου φύγει από το μυαλό η αίσθηση ότι έλαβα μέρος στο πείραμα Milgram. Κι ότι ίσως ανήκω στην πλειοψηφία που υπακούει στις φιγούρες εξουσίας και που θα βασάνιζε το συνάνθρωπό της! 


Ίσως γι’αυτό να μην έχω αλλάξει ακόμα αυτό το γκαβωτικό μαύρο φόντο και τα άσπρα γράμματα στο blog. Μπορεί υποσυνείδητα να θέλω να βασανίζω εσένα που διαβάζεις. Beware!


Υ.Γ.1 Αυτό το ποστ είναι το πρώτο μετά το Πάσχα, κι επειδή το Πάσχα is all about tradition θα πρέπει κι εγώ να τηρήσω την παράδοση και να σου πω λίγα λόγια σχετικά με το πώς πέρασα αυτές τις μέρες. Δεν πρόκειται όμως να το κάνω αυτό. Αρκετά πια με μένα και τις μακροσκελείς περιαυτολογίες μου για το πώς περνάω στις διακοπές μου, τι κάνω στα νοσοκομεία, τι μου τη σπάει στον κόσμο τριγύρω και μπλα μπλα μπλα. Enough! Για τώρα δε θα ξανασχοληθούμε με τον phantom. Είμαι θυμωμένος κι απογοητευμένος μαζί μου, επειδή απεδείχθη ότι είμαι ένα με τη μάζα, με την πλειοψηφία του Milgram. Και το ίδιο θυμωμένος θα έπρεπε να είσαι κι εσύ μαζί μου, γιατί πού ξέρεις μπορεί κάποια μέρα να σε βασανίσω.

Γι’αυτό λοιπόν θα αδιαφορήσουμε για το τι έκανα εγώ και θα σου πω σύντομα για κάποια άλλα πολύ ενδιαφέροντα άτομα με τα οποία πέρασα το Πάσχα, όπως:

-Η ξαδέρφη μου Λ. Είναι η αγαπημένη μου ξαδέρφη και φέτος αποφάσισε να φέρει για πρώτη φορά στο χωριό το μελλοντικό γαμπρό της. Παντρεύονται το Σεπτέμβρη και με παρακάλεσε να βρίσκομαι οπωσδήποτε μαζί τους τις μέρες του Πάσχα για να είμαι ένα στήριγμα-φωνή της λογικής δίπλα στο γαμπρό όταν του την πέσουν οι συγγενείς. Όσο βρισκόμουν μαζί τους λειτουργούσα περισσότερο σαν comic relief προσπαθώντας να σπάσω τον πάγο και να αποφορτίσω την ένταση και τα awkward vibes που δημιουργούνταν όταν άρχιζαν οι συγγενείς να ξεψαχνίζουν το γαμπρό με ερωτήσεις τι δουλειά κάνεις, τι έχεις τελειώσει, ποιανού είσαι εσύ, πόσο τον έχεις κτλ.

-Ο γαμπρός Α. Ο γαμπρός το διαχειρίστηκε πολύ καλά το θέμα «συγγενολόι» ίσως επειδή έχει κι αυτός εμπειρίες από χωριό ή ίσως επειδή κατανάλωνε κρυφά κάθε πρωί μεγάλη ποσότητα βαρβιτουρικών που τον διατηρούσαν χαλαρό και ήρεμο καθ’όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ελπίζω το πρώτο. Παραδόξως, το χωριό τού φέρθηκε πολύ πολιτισμένα και οι περισσότεροι συγγενείς περιορίστηκαν στα απολύτως τυπικά «να ζήσετε» και «η ώρα η καλή».

-Ο Ιούδας. Κάθε Κυριακή του Πάσχα το απόγευμα όλο το χωριό μαζεύεται στην κεντρική πλατεία του χωριού και καίει τον Ιούδα. Φυσικά δεν είναι ο πραγματικός Ιούδας αλλά ένας Πακιστανός που τον απαγάγουν συνήθως από το χωράφι που δουλεύει και του βάζουν φωτιά. 
Πλάκα κάνω φυσικά, το κατάλαβες ε? Είναι απλά μια κούκλα σε ανθρώπινο μέγεθος τιγκαρισμένη με βαρελότα, την οποία την κρεμάνε, την ανατινάζουν, την καίνε. Ό,τι πρέπει για να έχουν εφιάλτες τα μικρά παιδάκια το βράδυ.

-Ο παπάς του χωριού. Μ.Σάββατο πρωί λίγο πριν μεταλάβουμε βγαίνει ο παπάς από τον άμβωνα και θέλοντας να βάλει μια τάξη στο πλήθος που έχει στριμωχτεί μπροστά του περιμένοντας να κοινωνήσουν, πηγαίνει στο μικρόφωνο και παρακαλεί να προχωρήσουν πρώτα τα παιδιά, μετά οι άντρες και τελευταίες οι γυναίκες. lol!

-Ο καραφλός ξάδερφος. Είναι από αυτούς τους καραφλούς που μισούν την καράφλα τους και για χρόνια κυκλοφορούν με περουκίνι-road kill στο κεφάλι, το οποίο κάνει μπαμ ότι είναι περουκίνι και σε δυσκολεύει πολύ να τους κοιτάξεις στα μάτια όταν σου μιλάνε κι όχι στο περουκίνι. Κάποια στιγμή μετά από χρόνια, αποφασίζουν να βγάλουν το περουκίνι και υιοθετούν look skinhead θέλοντας να κάνουν τους άλλους να πιστέψουν ότι τόσα χρόνια είχαν μαλλιά κι απλά τώρα αποφάσισαν να τα ξυρίσουν όλα γιατί δήθεν είναι wild τύποι ή κάτι τέτοιο.

-Έναν 45αρη που πιστεύει ακόμα στα προξενιά. Ο ξάδερφός πρώην-περουκίνι-νυν-skinhead όσο δεν ασχολείται με τις τρίχες στο κεφάλι του την έχει δει Γεωργία Βασιλειάδου και προσπάθησε να προξενέψει την 32αρα αδερφή της μέλλουσας νύφης-ξαδέρφης, με ένα 45αρη φίλο του. Κάποια στιγμή πριν το Πάσχα είχαν βγει για ένα καφέ κι η ξαδέρφη μου τον απέρριψε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο θρασύς 45αρης όμως δεν το έβαλε κάτω κι όταν έμαθε ότι οι γονείς της ξαδέρφης μου θα ερχόντουσαν για Πάσχα στο χωριό ήρθε και μας βρήκε στην καφετέρια του χωριού κι έκατσε μαζί μας σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κάνει τους γονείς της ξαδέρφης μου να τον συμπαθήσουν μπας και της βάλουν λόγια να τον δεχτεί. Ναι, αυτά τα πράγματα συμβαίνουν. 

Θέλοντας να μας εντυπωσιάσει άρχισε να ξεστομίζει διάφορες φανφάρες προσπαθώντας να διαφημίσει τον εαυτό του. Δήλωσε ότι η δουλειά του είναι συναρπαστική, ότι τον έχει μετατρέψει σε πολύ ισχυρή προσωπικότητα κι ότι τον ενοχλεί που οι νέοι σήμερα είναι υπερπροστατευμένοι από τους γονείς τους και τα βρίσκουν όλα έτοιμα: Ο τύπος δουλεύει στον ΟΑΕΔ, είναι 45 ετών και ζει με τη μάνα του.

Όταν ρωτήθηκε τι το συναρπαστικό βρίσκει στη δουλειά του απάντησε ότι «Ξέρουμε τα στοιχεία, το ΑΦΜ και το ΑΜΚΑ όλων των ανέργων της περιοχής». Fuck, I cant stand the thrill! Θα πρέπει να είναι κάτι σαν την ελληνική CIA! Οι αστροναύτες δεν κλάνουν μία μπροστά στη δική του δουλειά! 

Καταλαβαίνω ότι you have to work with what you have κι ότι δε μπορούμε όλοι να κάνουμε τις πιο ενδιαφέρουσες δουλειές του κόσμου αλλά όταν ακούς πράγματα όπως «η δουλειά μου θέλει γερά νεύρα για να μπορέσεις να διαχειριστείς τον κίνδυνο σε κάποιες περιπτώσεις, όπως όταν έρχονται μερικοί αποφυλακισμένοι να κάνουν αιτήσεις για το επίδομα ανεργίας» πες μου εσύ δε θα είχες κάνει τσίχλα όλο σου το κάτω χείλος από το μασούλημα για να κρατηθείς να μη γελάσεις?

-Ο γευσιγνώστης της σούβλας. Όλοι έχουμε από έναν τέτοιο στη γειτονιά. Είναι ο τύπος που κυκλοφορεί με ένα πιρούνι στην τσέπη, τριγυρνάει από σούβλα σε σούβλα και με σοβαρό ύφος κριτή Μαμαλάκη δοκιμάζει απρόσκλητος τα αρνιά και κάνει προβλέψεις με ακρίβεια λεπτού –«το αρνί σε 38 λεπτά θα είναι έτοιμο, θέλει να πάρει λίγο χρωματάκι ακόμα κοντά στα μπούτια»- ενώ το σφάζει διακριτικά με το πιρούνι δοκιμάζοντας συνεχώς μεγάλες μπουκιές με την πρόφαση ότι θέλει να το ελέγξει. Κατά τη διάρκεια της γευσιγνωσίας του συνήθως χαρίζει απλόχερα λαϊκές σοφίες όπως: «εγώ έχω φίλο καρδιολόγο ο οποίος είναι 140 κιλά, τρώει ό,τι σαβούρα μπορείς να φανταστείς και το μόνο που κάνει είναι να πίνει απλά ένα χαπάκι και δεν παθαίνει ποτέ τίποτε»(το άκουσα φέτος επί λέξη). Νομίζω αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του Νεοέλληνα.

-Ο παπάς στο σόι μου. Ο συγχωρεμένος παππούς μου κάποτε είχε βαφτίσει ένα μωράκι ο οποίος τώρα είναι 60 χρονών παπάς. Πώς λέμε τρελός παπάς σε βάφτισε? Ε, ο παππούς μου βάφτισε τρελό παπά. Τον κάλεσαν οι θείοι μου για γεύμα στο σπίτι τη Δευτέρα του Πάσχα. Μόλις κατέβασε 2 κρασάκια άρχισε να μας λέει ότι έχει τρελό σουξέ στις γυναίκες (είναι παντρεμένος με 2 παιδιά), ότι τον έχουν ερωτευτεί πολλές συμφοιτήτριές του στη φιλολογία που σπουδάζει (γιατί σπουδάζει και φιλολογία) ενώ κατέβασε και μερικά καντήλια για άσχετη αφορμή (κυριολεκτώ είπε «γαμώ το καντήλι σου», παπάς!) ανάμεσα στα άλλα μπινελίκια που έριξε (γαμώ την πουτάνα μου, μαλακιστήρι, πουστάρα κτλ). Όταν πήρε τηλέφωνο μπροστά μας το γιο του Γιώργο να του ευχηθεί για τη γιορτή του, του ευχήθηκε «Χρόνια πολλά και με μια καλή γκόμενα!». Ένα ποτήρι κρασί παραπάνω να έπινε και είμαι σίγουρος ότι θα του ευχόταν «Χρόνια πολλά και με πολλά μουνιά στην καραπουτσακλάρα σου ρε μπάσταρδο!»

Όταν ρωτήθηκε πώς και έχει τόσο σουξέ με τις γυναίκες μάς απάντησε ότι πολλές τις εξιτάρει το ότι είναι παπάς ενώ άλλες τρελαίνονται για τον τρόπο που τους μιλάει, για παράδειγμα μια επιτυχημένη σύμφωνα με τις δηλώσεις του ατάκα ήταν το: «εκπληκτικός ο χρωστήρας του ζωγράφου που σε έφτιαξε, ξεπερνάς σε ομορφιά τους άνθους του αγρού και τους ήχους των πουλιών». WTF?

Η θεία μου επέμενε να του φιλήσουμε το χέρι φεύγοντας. Ακόμα ελέγχω τα χείλη μου για έρπη.

Κλείνω αυτό το ποστ των εκατό χιλιάδων λέξεων με ένα μικρό βιντεάκι από το κάψιμο του Ιούδα στην πλατεία του χωριού. Ανάμεσα στις διάφορες φωνές, μια σέξυ αντρική βαρύτονη φωνή που μπορεί να ακούσεις ΔΕΝ είναι η δικιά μου, αλλά του γαμπρού της ξαδέρφης. Εγώ είμαι αυτός που παρηγορεί τη mother όταν αυτή αναφωνεί: «Αμάν! Άμα έρθει από δω (η φωτιά)?» λέγοντάς της βαριεστημένα «άμα έρθει από δω θα φύγουμε ρε μαα». There goes your dream writer.



Υ.Γ.2  Χθες μου ήρθε να κάνω μια διαδικτυακή έρευνα αγοράς για το πόσο κοστίζει να αγοράσεις ένα χρυσόψαρο. Δεν έβρισκα πουθενά να λένε τιμές για ένα απλό χρυσόψαρο κι έτσι αποφάσισα να γράψω εγώ αυτή την πληροφορία και να συνεισφέρω έτσι εγώ ο ίδιος ανώνυμα στο database των διαδικτυακών πληροφοριών που αφορούν τα χρυσόψαρα. Αν θες να δεις τη συνεισφορά μου στη γνώση γράψε στο google «ποσο κοστιζει ενα χρυσοψαρο» και κάνε κλικ στη δεύτερη επιλογή (μπορεί και στην πρώτη). Αν δεν το βρίσκεις μπορείς να κάνεις κλικ ΕΔΩ.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι όλα όσα διαβάζεις στο ίντερνετ!

Τελικά το χρυσόψαρο το αγόρασα. (φωτό τραβηγμένη από τη μαγική swiftοκάμερα)
 Το ψαράκι προοριζόταν για δώρο αλλά το συμπάθησα και θα το κρατήσω!